Skip to main content

Α-πορούμε ώστε να πορευόμαστε.

Τα ψυχοσάββατα

Διάβασα ένα πολύ ωραίο και κατατοπιστικό άρθρο για τα Ψυχοσάββατα στον πολύ ενδιαφέροντα ιστότοπο Kimintenia (ναι, είναι τα αγαπημένα βουνά της Αιολικής Γης για τα οποία μιλά ο Βενέζης στο ομώνυμο βιβλίο του), ο οποίος περιέχει θέματα που απηχούν ψυχική ευγένεια, ευαισθησία, καλαισθησία, νοσταλγία και θρησκευτικό αίσθημα.

Το παραθέτω αυτούσιο και σας προσκαλώ να το διαβάσετε απευθείας από την πηγή:

Τα Ψυχοσάββατα – kimintenia

Δεν γνώριζα για πολλά από αυτά που διάβασα. Νόμιζα μάλιστα πως υπάρχουν τρία Ψυχοσάββατα, ενώ είναι δύο μόνον. Μπορεί κανείς να βρει ακόμη περισσότερα σε συναφείς ιστότοπους. Εδώ θα κάνω μόνο τρία δικά μου σχόλια, δίπλα σε αντίστοιχα χωρία του άρθρου (σε πλαγιοσειρά, με δικούς μου επιτονισμούς):

1. "...Ὁ λόγος ποὺ τὰ  καθιέρωσε ἡ Ἐκκλησία μας -τα Ψυχοσάβατα-, παρ᾿ ὅτι κάθε Σάββατο εἶναι ἀφιερωμένο στοὺς κεκοιμημένους, εἶναι ὁ ἑξῆς: Ἐπειδὴ πολλοὶ κατὰ καιροὺς ἀπέθαναν μικροὶ σὲ ἡλικία ἢ στην ξενιτιὰ ἢ στὴν θάλασσα ἢ στὰ ὄρη καὶ τοὺς κρημνοὺς ἢ καὶ μερικοί, λόγῳ πτωχείας, δὲν ἀξιώθηκαν τῶν διατεταγμένων μνημοσύνων, «οἱ θεῖοι Πατέρες φιλανθρώπως κινούμενοι ἐθέσπισαν τὸ μνημόσυνον αὐτὸ ὑπὲρ πάντων τῶν ἀπ᾿ αἰῶνος εὐσεβῶς τελευτησάντων Χριστιανῶν»..."

Είναι υπέροχη αυτή η -στην κυριολεξία- συμπάθεια του σώματος των πιστών της Εκκλησίας για όσους πιστούς "ετελεύθησαν ευσεβώς" αλλά δεν αξιώθηκαν να μνημονευθούν με το καθιερωμένο εκκλησιαστικό μνημόσυνο. Τι συμπόνια, αγάπη και αίσθημα κοινότητας περιέχει αυτή η μέριμνα των πιστών για όλα τα μέλη της Εκκλησίας! Αυτός είναι ο ορισμός της Εκκλησίας ως συνεκτική κοινότητα μέριμνας και αλληλεγγύης. Οι απανταχού χριστιανοί είναι διακριτά κύτταρα ενός σώματος: της Εκκλησίας. Συνέχονται στο χώρο από μια ενοποιό πίστη και πάλλονται με τον ίδιο εκκλησιαστικό ρυθμό.

Δεν κρίνω εδώ τη χριστιανική πίστη προς τη Δευτέρα Παρουσία. Ούτε εστιάζω στο θεολογικό ή στο μετανοιακό περιεχόμενο του μνημοσύνου. Μιλώ μόνο για τη συγκινητική ενθύμηση των ζώντων χριστιανών προς τον κεκοιμημένο συνάνθρωπο, προς τον κοινωνό της πίστης τους, όποτε, όπου και όπως αυτός μεταστάθηκε οριστικά πέρα από τον παρόντα υλικό κόσμο.

2. "...Σύμφωνα μὲ ὁμόφωνη ἁγιοπατερικὴ μαρτυρία τὴν ὁποία ἐπιβεβαιώνει ἡ ἀδιάκοπη ἐκκλησιαστικὴ παράδοση αἰώνων, οἱ εὐχὲς γιὰ τοὺς νεκροὺς θεσπίστηκαν ἀπὸ τοὺς ἁγίους Ἀποστόλους. Ἡ θέσπιση αὐτὴ ἔχει δύο βασικὰ θεμέλια: α) τὴν ἔννοια τῆς Ἐκκλησίας ὡς κοινωνίας ἁγίων, ποὺ ἀποτελεῖται ὄχι μόνο ἀπὸ τοὺς ζωντανούς, ἀλλὰ καὶ τοὺς «κεκοιμημένους» χριστιανοὺς καὶ β) τὴν πίστη στὴν μεταθανάτια ζωή, τὴν ἀνάσταση καὶ τὴν τελικὴ κρίση..."

Το χωρίο αναφέρεται στο θεμέλιο του Xριστιανισμού: την πίστη στην Ανάσταση και στη μεταθανάτια ζωή. Το σχόλιό μου, ξανά, δεν θίγει αυτό το θεμέλιο, δεν ενισχύει ή επικροτεί, ούτε αντιμάχεται ή χλευάζει αυτό το θεμέλιο. Στο μόνο που στέκομαι είναι το βαθύ συναίσθημα γαλήνης και ηρεμίας που χαρίζει στον πιστό η θεώρηση  του κόσμου ως αδιάκοπης συνέχειας, όπου δεν αποχωριζόμαστε τους αγαπημένους οικείους, ούτε τη χαρμόσυνη φύση γύρω μας, παρά προσωρινά μόνο.

Η ζωή στο Χριστιανισμό δεν οράται ως πεπερασμένο φαινόμενο. Δεν θεωρείται πρόσκαιρη τυχαία σύμπτωση συνθηκών εντός ενός αιώνιου μετασχηματισμού της ύλης. Στο Χριστιανισμό αντίθετα, η ζωή προσλαμβάνεται ως αιωνιότητα, ως διαρκής βίος μιας αυθύπαρκτης οντότητας: της ανθρώπινης ψυχής. Η ζωή μπορεί να υπόκειται στο φυσικό νόμο κατά τη διάρκεια της πεπερασμένης υλικής της φάσης, αλλά ενέχει μέσα της και  μια άυλη, άφθαρτη πνοή, η οποία εκτείνεται έξω από το χώρο και διαρκεί πέρα από το χρόνο. Πρόκειται για μια "μη-ουσία", η οποία ορίζει και ταυτοποιεί τον Άνθρωπο και ταυτόχρονα εξατομικεύει τον κάθε άνθρωπο, ως ιδιαίτερο πλάσμα της Δημιουργίας. Καθορίζει μαζί, ως το κοινωνό στοιχείο, και τη σχέση του Ανθρώπου με κάτι Υπερ-άνθρωπο, με κάτι άπειρο και αιώνιο και γι' αυτό ακατανόητο: το Θείο.

Ο Χριστιανισμός φυτεύει και καλλιεργεί την πίστη στη συνέχεια της ζωής, στην βεβαιότητα κοινωνίας με το επέκεινα: δεν τελειώνει η υπάρξή μας σε κάποια στιγμή και σε κάποιο τόπο. Η μνήμη του προσώπου που φεύγει από κοντά μας δεν αποσβένεται με το χρόνο. Είναι εκεί και θα μείνει πάντα εκεί, ως διακριτή και ευδαίμων ύπαρξηΟ χωρισμός είναι προσωρινός μόνο. Αυτό γαληνεύει την ψυχή του ζώντα, απαντά στην αγωνία για το δικό του μέλλον και λειτουργεί παυσίλυπα κατά το δράμα της απώλειας του οικείου προσώπου.

Δεν είναι καθόλου αυτή η αρχαιοελληνική θέση για το θάνατο. Για τους αρχαίους, ο Χάρος μάς οδηγεί οριστικά και αμετάκλητα στο πλουτώνειο βασίλειο του Κάτω Κόσμου, εκεί όπου οι ψυχές συνεχίζουν να υπάρχουν, μελαγχολικές και περίλυπες, αποκομμένες από την προσδοκία επαφής, τόσο με τους οικείους του Άνω Κόσμου όσο και από την θερμή, τη συναισθηματική κοινωνία με τις υπόλοιπες απόδημες ψυχές φίλων και οικείων. 

Δεν απορεί κανείς για την ταχύτατη εξάπλωση μιας πίστης που προσέφερε στην ανθρωπότητα ένα τέτοιο ισχυρό μήνυμα ελπίδας.

Στον Χριστιανισμό οι κεκοιμημένοι αγαπημένοι μάς περιμένουν για να ανταμώσουμε ξανά σε περιβάλλον γαλήνης και ευτυχίας, όπου το δράμα της καθημερινότητας δεν θα απασχολεί το σώμα και το πνεύμα, όπου θα βρισκόμαστε σε απευθείας, αέναη, αγαπητική κοινωνία μεταξύ μας. "Εν σκηναίς δικαίων..."

Ακριβώς στην έννοια της κοινωνίας ψυχών εστιάζει η άποψη του αρθρογράφου ότι "...Τὴν μεγαλύτερη ὠφέλεια στοὺς νεκροὺς τὴν προξενεῖ ἡ τέλεση τῆς θείας εὐχαριστίας στὴ μνήμη τους..." εννοώντας ότι η Θεία Κοινωνία κατά τη μέρα του μνημοσύνου συνδέει τους ζώντες και τους κεκοιμημένους. Υπέροχο!

 

3. Ας προσγειωθούμε τώρα με ένα πιο πεζό σχόλιο, που όμως τονίζει την πολιτισμική και εθνική μας συνέχεια. "...Στὰ μνημόσυνα παραθέτουμε καὶ εὐλογοῦνται μόνο καλῶς βρασμένα κόλλυβα (σιτάρι) ὡς ἐνδεικτικὰ τῆς Ἀναστάσεως καὶ ὄχι ἀλλα ὑποκατάστατα (κουλουράκια – ψωμάκια – γλυκά κ.λπ.)..."

Πρόκεται για τις μακαρίες (απ΄ όπου και προέρχεται και η λέξη "μακαρόνια", ως αντιδάνειο απο τα ιταλικά), που προσφέρονταν μεταξύ των οικείων κατά τα νεκρόδειπνα που ακολουθούσαν την κηδεία (η λέξη "κηδεία' σημαίνει φροντίδα -εδώ, για το νεκρό). Είναι και αυτή μια μικρή αλλά σημαντική μαρτυρία για το ότι μας συνδέει μια τρισχιλιόχρονη εθιμική παράδοση με τους αρχαίους μας προγόνους. Η Ελληνική Ορθόδοξη Εκκλησία έδρασε ως κιβωτός της παράδοσης και των εθίμων που έρχονται από το μακρινό εθνικό μας παρελθόν, ενώ συνεχίζει και σήμερα να αγρυπνά και να αγωνιά για τη διαφύλαξη της παράδοσης και της ταυτότητας του  Ελληνικού Έθνους

Αυτοί που -απρεπώς- δεν ευχαρίστησαν την Ορθόδοξη Εκκλησία κατά τους εορτασμούς του ιωβηλαίου της Επανάστασης (της Παλιγγενεσίας, αυτή είναι η ορθή λέξη!) είναι ακριβώς όσοι είτε από αμάθεια είτε από ιδεολογία, αγνοούν ή εχθρεύονται την ίδια την εθνική παράδοση και την έννοια της συνέχειας του Ελληνικού Έθνους.

Δεν είναι καθόλου θεολογικό ή θρησκευτικό ούτε αυτό το σχόλιο, αλλά μόνο ιστορικό και πολιτισμικό. Δεν είναι ανάγκη να είσαι πιστός χριστιανός ορθόδοξος (μπορεί να είσαι άθεος ή και αντικληρικός ακόμα) για να κατανοήσεις και να σεβαστείς το ρόλο της Ορθοδοξίας στην επιβίωση του Ελληνικού Έθνους.  Ακόλουθα, όποια και ανα είανι η σημερινή ιδιολογική, φιλοσοφική ή θρησκευτική σου προσέγγιση δεν εννοείται να μην ευχαριστείς ειλικρινά και μεγαλόψυχα την Ελληνική Ορθόδοξη Εκκλησία για το πολιτισμικό κληροδότημα το οποίο διαφύλαξε μέσα στο έρεβος της σκλαβιάς, ώστε να το απολαμβάνουμε όλοι όσοι μιλάμε σήμερα την ελληνική ως μητρική μας γλώσσα. Αλλά -δυστυχώς- εδρεύει σε πολλούς "χριστιανούς" και μη, η απόλυτη αχαριστία και η ευτελής μικροψυχία.

 

Κλείνω με την προσδοκία αυτή η ανάρτηση να προσφέρει μια πιο διαυγή εικόνα -όπως τη διέκρινα εγώ- για το πώς η Ορθοδοξία διαχειρίζεται την αγωνία του θανάτου και τη λύπη για την απώλεια των αγαπημένων μας. Επίσης, για το πώς ο Χριστιανισμός χαρίζει ελπίδα, ευαγγελίζοντας τη συνέχεια της ζωής για όλη την κοινωνία των πιστών.

 

 

 

 

 

 

 

3. 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Ορθοδοξία, Ψυχοσάββατο, Θρησκεία, Kimintenia, Η. Βενέζης