Skip to main content

Α-πορούμε ώστε να πορευόμαστε.

Το κρυφό σχολειό της Μονολίθου

Διάβασα πριν λίγο το εξαιρετικό άρθρο του Χρίστου Δαγρέ στο Cognosco: Ο De Vecchi και η προσπάθεια εξιταλισμού των Δωδεκανήσων – Cognosco Team

Για τους περισσότερους Ρουμελιώτες και Μωραϊτες, όσους δηλαδή κατάγονται από τον πρώτο πυρήνα του νέου Ελληνικού Κράτους ο οποίος απελευθερώθηκε με τον Αγώνα του '21, αλλά και για τους σημερινούς "Αθηναίους", εννοώντας όσους έχουν ζήσει για τουλάχιστον δύο γενιές στο Αττικό λεκανοπέδιο (και αυτοί είναι περίπου οι μισοί σημερινοί νεο-Έλληνες), η πρόσφατη ελληνική ιστορία μπορεί να φαίνεται απλή και σχετικά ανώδυνη: οι Τούρκοι νικήθηκαν και εκδιώχτηκαν μακρυά μας μια και καλή, 200 χρόνια τώρα. Με την απλουστευτική αυτή εικόνα, για τους περισσότερους σημερινούς Έλληνες της Παλαιάς Ελλάδας το αίσθημα της ασφάλειας είναι εμπεδωμένο και -μάλλον απατηλά- ισχυρό.

Οι μαρτυρίες για τη ζωή του Γένους κάτω από ξένη κυριαρχία, τα ίχνη τους τόσο τα υλικά όσο και άυλα πολιτιστικά στοιχεία του πρόσφατου παρελθόντος, έχουν σχεδόν χαθεί από το οπτικό μας πεδίο αλλά και από τις προφορικές αφηγήσεις των παλαιότερων γενεών.

Μέσα στον σύγχρονο αστικό ιστό, στην Αττική και αλλού, επιζούν ελάχιστα μόνο κτίρια της αλλοτινής εποχής. Μοιάζουν πια δυσδιάκριτα και ατροφικά καθώς ασφυκτιούν ανάμεσα στην κατοπινή ογκώδη και άκομψη δόμηση. Αραιά και πού διακρίνονται δυσανάγνωστα τα εναπομένοντα ίχνη κάποιας παλαιότερης αρχιτεκτονικής. Το ίδιο συμβαίνει και για τα παλαιότερα δημόσια έργα (βρύσες, υδραγωγεία, αγορές κ.λπ.), καθώς και για τις παλαιότερες υποδομές (δρόμοι, γεφύρια, λιμάνια): έχουν και αυτά σαρωθεί αλύπητα και έχουν αντικατασταθεί με άλλα σύγχρονα, πολύ μεγαλύτερα σε μέγεθος και αντοχή, σε αντιστοιχία με την αύξηση του πληθυσμού και τις ανάγκες της οικονομίας.

Στις ορεινές, ημιορεινές και νησιωτικές περιοχές, εκεί από όπου ο πληθυσμός έφυγε και όπου η οικονομική ζωή μαράζωσε, τα υλικά στοιχεία του παρελθόντος αφέθηκαν στην παρακμή. Καταρρέουν σταδιακά, τυλίγονται από τη βλάστηση και επανεντάσσονται σταδικά στο φυσικό τοπίο. Χάθηκαν όμως από εκείνα τα μέρη και οι παλαιότερες γενιές των μαρτύρων που έζησαν πιο άμεσα, στην καθημερινή τους εμπειρία μέσα στην μικρή κοινότητα του χωριού, τις ιδιαιτερότητες και τις δυσκολίες της ξένης κυριαρχίας. Μαζί τους ξεχάστηκαν οι αφηγήσεις των περιστατικών και των γεγονότων, όπου οι υποδουλωμένοι Έλληνες εφάπτονταν και συναλλάσονταν με τους αλλοεθνείς κυρίαρχους. Λησμονήθηκαν πια οι άμεσες ατομικές ή συλλογικές εμπειρίες που αποτέλεσαν πριν από γενιές την αιτία και τον κρυφό πυρήνα των ιστοριών, των θρύλων και των παραμυθιών.

Αντίστοιχα, το νομικό πλαίσιο και οι διοικητικές λειτουργίες του παλαιού καθεστώτος ξένης κυριαρχίας (τίτλοι ιδιοκτησίας, κτηματολόγιο, αρχεία) έχουν αποδιαρθρωθεί και αναδιαρθρωθεί από την αρχή: λίγα πια θυμίζουν πώς λειτουργούσε η αγοραπωλησία, η προίκα, η φορολογία εκείνα τα χρόνια.

Το παρελθόν για το οποίο μιλάμε αχνοφαίνεται μόνο σε κάποια γλωσσικά στοιχεία και επικοινωνιακά μέσα, όπως παροιμίες, φράσεις, λέξεις που έρχονται από παλαιά. Η παρουσία τους όμως στον καθημερινό μας λόγο σβήνει ταχύτατα, ωχριόντας μπροστά στο φτηνό λούστρο και το επίπλαστο κοινωνικό κύρος που επιζητούν οι πηθικίζοντες της αγγλικής [1].

Για όσους όμως ζουν στη Νέα Ελλάδα, αυτή που απελευθερώθηκε στους Βαλκανικούς Πολέμους και μετέπειτα (Ήπειρος, Μακεδονία, Δυτική Θράκη, Κρήτη, Δωδεκάνησα), επίσης και για όσους έχουν προσφυγική καταγωγή (Ανατολική Ρωμυλία,, Ανατολική Θράκη, Πόντος, Μικρασία, Καππαδοκία), για τους περισσότερους από αυτούς τους Έλληνες η Ιστορία παραμένει ένα δράμα με εναλλαγές και αβέβαιη εξέλιξη· ίσως ζημιογόνα, ακόμα και -φευ!- καταστροφική. 

Στους τόπους της Νέας Ελλάδας, έστω δυό ή τρεις γενιές πίσω, ίσως οι γονείς και οι παππούδες μας να μην μιλούσαν την επίσημη γλώσσα του Κυρίαρχου, ή να θεωρούνταν πιστοί μιας θρησκείας αντίπαλης αυτής του Κατακτητή. Μπορεί να ήταν καταπιεσμένοι υπόδουλοι, υπήκοοι με υποβαθμισμένα ή και απαγορευμένα τα βασικά ανθρώπινα δικαιώματά τους. Κρίνονταν από την επίσημη γραφειοκρατία ή την οικονομική και φορολογική διοίκηση ανάλογα με το θρήσκευμά τους· απαγορευόταν να μαθαίνουν τη μητρική τους γλώσσα και την ιστορία του Έθνους τους σε κανονικό, δημόσιο, ελεύθερα προσβάσιμο σχολειό.

"Ευτυχώς!", θα πουν πολλοί στην Παλαιά Ελλάδα, "που αυτά όλα ξεκαθάρισαν πριν 200 χρόνια". Η κύρια εντύπωση μάλιστα, αυτή που εμπεδώνεται με την επίσημη ιστορία του Αγώνα του '21, είναι ότι αυτές οι καταπιέσεις προέρχονταν από έναν βάρβαρο και αμόρφωτο ανατολίτη κατακτητή. Ας γνωρίζουν όμως οι σημερινοί Έλληνες τόσο της Παλαιάς όσο και της Νέας Ελλάδας, ότι η Δωδεκάνησος, ήταν το τελευταίο κομμάτι ελληνικού εδάφους που ενσωματώθηκε στο Ελληνικό Κράτος, τον Μάρτιο του 1948. Μόλις τότε, μετά από σχεδόν επτά αιώνες ξένης κυριαρχίας απελευθερωνόταν αυτό το κομμάτι του Ελληνισμού! 

Κάνω εδώ μια σύντομη αναφορά στην νεώτερη ιστορία της Ρόδου: Μετά την πρώτη κατάλυση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας το 1204, η Ρόδος και κάποια άλλα σημαντικά νησιά των Δωδεκανήσων πέρασαν από διάφορους αυθέντες. Aπό το τελευταίο τέταρτο του 13ου αιώνα και μέχρι την κατάληψή τους από τους Ιωαννίτες Ιππότες, κατ΄ όνομα μόνο αποτελούσαν βυζαντινό έδαφος. Η επαχθής για τους ντόπιους φράγκικη κατοχή των Ιπποτών (χαρακτηριστική πάντα στάθηκε η έχθρα και η σκληρότητα των λατίνων απέναντι στους ορθόδοξους "αιρετικούς") κράτησε από το 1307 μέχρι το 1522, όταν οι Οθωμανοί κατέλαβαν τη Ρόδο και τα Δωδεκάνησα (μετά από μια επική πολιορκία). Όταν λοιπόν οι Ιταλοί αποβιβάστηκαν στη Ρόδο το 1912 (διαβάστε για τα γεγονότα στην Πηγή 1), οι Έλληνες θεώρησαν τον φίλο χριστιανικό έθνος ως απελευθερωτές τους. Ήταν όμως -δυστυχώς- η αρχή μιας ακόμα τυραννικής κατοχής, όχι των απολίτιστων Τούρκων αυτή τη φορά, αλλά της φασιστικής Ιταλίας και των ανθρώπων της, οι οποίοι -παράξενο και οξύμωρο- διαμορφώθηκαν ιδεολογικά, πολιτικά και πολιτισμικά μέσα από τις αξίες και τον πολιτισμό της Ευρώπης.

Πολλοί σημερινοί Έλληνες δεν αντιλαμβάνονται εύκολα ότι μόλις δυο γενιές πίσωστην ιστορική Μονόλιθο της Ρόδου, ο πατέρας μου, οι θείες και οι θείοι μου μάθαιναν στο Σχολειό υποχρεωτικά την ιταλική γλώσσα, καθώς απαγορευόταν η εκμάθηση των ελληνικών! Δεν γνωρίζουν ότι πάππος μου, ο ηρωικός Παπα-Κλήμης Διακομανώλης [2], ανέλαβε να διδάξει την ελληνική γλώσσα κρυφά από τον Ιταλό Κατακτητή, δύο βήματα μόνο από το Δημοτικό του χωριού, στο Κατηχητικό του Αποστόλου Θωμά

Ναι, και στα Δωδεκάνησα όπως και στον υπόλοιπο ελληνικό χώρο στα χρόνια της μαύρης σκλαβιάς του Γένους, η ελληνική γλώσσα διαφυλάχτηκε και διδάχτηκε στους Έλληνες από την Ορθόδοξη Εκκλησία, με τις γραμματικές γνώσεις του εφημέριου του χωριού, μπροστά στο ψαλτήρι, διαβάζοντας τον Απόστολο και το Οκτωήχι.

Για όσους αποδομούν την ιστορία της συνέχειας του Ελληνικού Έθνους και μαζί αρνούνται την ύπαρξη του Κρυφού Σχολειού κατά την τουρκοκρατία, τους προτείνω να μελετήσουν πώς σε μια αντίστοιχη ώρα διωγμού, η Γλώσσα και η Παιδεία (η διδασκαλία της εθνικής παράδοσης και εθνικής ιστορίας) βρήκαν καταφυγή στην Εκκλησία, μέσα από την απαγορευμένη (κρυφή) διδασκαλία τους στον κατηχητικό λόγο του άσημου παπά του χωριού.

Στη Μονόλιθο η συλλογική μνήμη της κοινότητας ακόμη επιζεί. Οι αφηγήσεις των θείων μου από την καθημερινότητα του πατέρα τους Παπα-Κλήμη,  απηχούν ακόμη στα αυτιά μου και σε αυτά των άλλων εγγονών του. Διηγούνταν ένα σεμνό βίο συνεχούς μόχθου αλλά και πνευματικής προσφοράς, μεταξύ χωραφιού, Εκκλησίας και Κατηχητικού. Είχε -λέγανε- σαφή πατριωτική συνείδηση ο Παπα-Κλήμης, καταλάβαινε ότι στους ώμους του, ως ιερωμένος, κρατούσε τη συνέχεια του Γένους: της πίστης, της γλώσσας και της ιστορίας του. Αυτή τη συνέχεια δίδασκε στα παιδιά του χωριού, χωρίς να περάσει από πανεπιστήμια, μεταπτυχιακά και διδακτορικά. Το προσλάμβανε αυτό ως ιερή αποστολή ορθόδοξου ιερωμένου, ως πρόταγμα ποιμενικό.

Ο σεβασμός με τον οποίο οι συγχωριανοί μας αναφέρονται στον πάππου μας ακόμη και σήμερα, αντανακλά πάνω σε όλα τα εγγόνια και τα δισέγγονα που κρατούν από την πολύτεκνη οικογένεια του Παπα-Κλήμη και της πανάξιας και καρτερικής Πρεσβυτέρας Σταματίας.

Ας έρθουν λοιπόν οι αρνητές του Κρυφού Σχολειού [4] να μελετήσουν την πρόσφατη ιστορία της Μονολίθου και να μιλήσουν απ' ευθείας με τους κατοίκους της. Έχουν όμως ήδη αργήσει, καθώς μένουν πια ελάχιστοι από όσους έμαθαν ως πρώτη επίσημη γλώσσα τους τα ιταλικά...

 

Δεν χρειάζεται να μακρύνω άλλο την εισαγωγή. Τα άρθρα του Χρίστου Δαγρέ για την εγκατάσταση, την πολιτεία και την αποδρομή της ιταλοκρατίας στα Δωδεκάνησα είναι επαρκώς κατατοπιστικά (βλ. Πηγές).

Για μια πιο περιγραφική αφήγηση ενός ντόπιου μορφωμένου Ροδίτη, του αείμνηστου κου Κώστα Καντά [3]ο οποίος στάθηκε και ένα εξαιρετικός παιδαγωγός. Παραθέτω τον σχετικό σύνδεσμο: Η Iταλοκρατία στα Δωδεκάνησα και στη Ρόδο (1912-1939)

 


Σημειώσεις:

[1]: Σχεδόν όλοι αμαθείς της καλλιεργημένης γλώσσας του Σαιξπηρ, ημιμαθείς -μόνο- των τεχνικών και χρηματοοικονομικών όρων της αμερικανικής εκδοχής της αγγλικής.

Είναι κανόνας της γλωσσολογίας ότι όλες οι γλώσσες είναι εκφραστικά ισοδύναμες. Μόνον κάποιο εξειδικευμένο λεξιλόγιο αρκεί να δανείζεται κανείς εδώ και εκεί. Οφείλει όμως να το εντάσσει ισορροπημένα και αρμονικά, δηλαδή καλοδουλεμένα, μέσα στις γραμματικές και συντακτικές δομές της δικής του γλώσσας. Όποιος γνωρίζει καλά τη μητρική του γλώσσα, σπάνια χρειάζεται έτοιμο εισαγόμενο λεξιλόγιο. Και όπου το χρησιμοποιεί, χάριν της οικονομίας της επικοινωνίας, το εντάσσει στο λόγο ως δευτερέον στοιχείο, διακοσμητικό ή ακροβολογικό, μέσα σε μια άρτια ολοκληρωμένη έκφραση, όπου το νοηματικό περιεχόμενο έχει ήδη εναρθρωθεί στην μητρική γλώσσα και σχεδόν ολοκληρωθεί. 

 

[2]: Ταπεινή απόδοση σεβασμού από τον εγγονό στον πάππο.

 

[3]: Γνώρισα από κοντά τον φιλόλογο κο Κώστα Καντά, καθώς τα παιδιά μου φοίτησαν πρόσφατα στο ιδιωτικό σχολείο το οποίο αυτός ίδρυσε κατά τη δεκαετία του 1950 στα Βριλήσσια. Η φυσιογνωμία, η εμφάνιση αλλά και η έκφρασή του απηχούσαν καθηγητή "παλαιάς κοπής": απλός λόγος, θερμός αλλά και άρτιος, ολοκληρωμένος· ήθος ευγενές και οικείο, ανέδιδε καλλιέργεια και πνευματική αριστοκρατία. Όταν του είπα ότι είμαι Ρόδιος στην καταγωγή, το πρόσωπό του έλαμψε από νοσταλγία για τη Ρόδο και για την ιδιαίτερη πατρίδα του, τις Καλλιθιές. Ήταν από τους ανθρώπους που σε κάνουν να νιώθεις ψυχικά πλουσιότερος όταν βρίσκεσαι κοντά τους. Αιωνία η μνήμη αυτού του αγνού Ρόδιου πατριώτη και Διδασκάλου!

[4]: Το παλαιότερο Δημοτικό Σχολειό της Μονολίθου, στο οποίο διδάσκονταν τα παιδιά του χωριού μέχρι το 1950, υπάρχει ακόμη. Είναι ένα μικρό κτίσμα (ένα δωμάτιο στην πραγματικότητα) και βρίσκεται κάτω ακριβώς από την Εκκλησία του Αποστόλου Θωμά. Σήμερα στεγάζει το Κοινοτικό Γραφείο, ενώ λειτουργεί και ως Ιατρείο κατά την τακτική επίσκεψη γιατρού στο χωριού. Πάνω απο τη θύρα του υπάρχει μια μικρή εντοιχισμένη μαρμάρινη πλάκα που γράφει "1908". Δεν το ήξερα αλλά το έμαθα πρόσφατα από την αγαπητή και εξαιρετικά μορφωμένη συγχωριανή μας Φαίδρα Μαλανδρή: το σχολειό κτίστηκε τόσο μικρό γιατί αναγέρθηκε μέσα σε μια μόνο νύχτα (όχι μέρα!) από τους κατοίκους του χωριού, ώστε να μην το αντιληφθούν και το απαγορέψουν οι Τούρκοι. Αυτή είναι άλλη μια -σχεδόν άμεση- μαρτυρία που έχει διασωθεί στη συλλογική μνήμη του χωριού και λειτουργεί ως άλλη μια απόδειξη ότι, κατά την τουρκοκρατία η ελεύθερη και φανερή διδασκαλία του Γένους διώκονταν ή αποθαρρύνονταν. Σε πόσα άλλα χωριά και πόλεις του ελληνικού χώρου οι Ρωμηοί αναγκάστηκαν να κρύψουν από τους Οθωμανούς ότι μάθαιναν τη γλώσσα και την ιστορία του έθνους και της θρησκείας τους; 

 


Πηγές:

1. Ο ιταλο-τουρκικός πόλεμος (1911-12) – Cognosco Team

2. Τα Δωδεκάνησα, η μυστική Συνθήκη του Λονδίνου (1915) και η Ιταλική αυτοκρατορία – Cognosco Team

3. Ο De Vecchi και η προσπάθεια εξιταλισμού των Δωδεκανήσων – Cognosco Team

 

Τα επιτεύγματα της ελευθερίας, Μονόλιθος, Ελληνική ιστορία, Κρυφό σχολειό, Ρόδος, παπα-Κλήμης, Ιταλοκρατία, De Vecchi, Cognosco