
Λόρδος Βύρων: μήπως οι Έλληνες -ξανά- υπερβάλλουμε;
Αναδημοσίευση από το βιβλίο μου Τα Επιτεύγματα της Ελευθερίας των Ελλήνων (filomatheia.info), Β.13.1. σελ. 269.
ΛΟΡΔΟΣ ΒΥΡΩΝ (Λονδίνο 1788 – Μεσολόγγι 1824)
Ο Βύρων είναι ο πρώτος διάσημος Ευρωπαίος που υποστήριξε την Επανάσταση και ο πιο γνωστός σήμερα φιλέλληνας στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Οι Έλληνες αναφέρουν πάντα το όνομά του με σεβασμό και ευγνωμοσύνη. Στη δική του πατρίδα, με τον εκεί βίο και με την πολιτεία του, ο κορυφαίος ποιητής του ρομαντισμού στην Ευρώπη στάθηκε μια εξαιρετικά αμφιλεγόμενη και αντιφατική προσωπικότητα.
Τα φιλελεύθερα κοινωνικά στοιχεία της Ευρώπης τον εξιδανίκευσαν, τόσο για την ποιητική του αξία όσο για την αντισυμβατική του ζωή, καθώς με τον προκλητικό και σκανδαλώδη του βίο συνέτριψε τους ηθικούς φραγμούς της εποχής, στοχεύοντας την ακραία πνευματική και σωματική εμπειρία. Η γοητευτική του προσωπικότητα έγινε σύμβολο αντίθεσης απέναντι στο κατεστημένο της εποχής.
Ως ποιητής στάθηκε μέγας. Με ρωμαλέους, ευφάνταστους και όλο φρεσκάδα στίχους διατράνωσε το δικαίωμα στην απόλαυση της ζωής, πέρα και πάνω από ηθικές συμβάσεις, ως δίκαιο και αναγκαίο ερέθισμα κατά την αναζήτηση των υψηλών πνευματικών ιδανικών. Ήταν ένας πραγματικός «αστέρας» της τέχνης, ο πρώτος διεθνής «σταρ». Δημιουργούσε συρμό στο ντύσιμο, στην αισθητική, συνολικά στη στάση ζωής μιας ολόκληρης διεθνούς τάξης νεαρών φιλελευθέρων αριστοκρατών και αστών.
Η επαναστατημένη Ελλάδα ωφελήθηκε τα μέγιστα από την επιλογή του Βύρωνα να πραγματώσει τα ουτοπικά του όνειρα στη χώρα του αρχαίου πνεύματος που, όπως την προσλάμβαναν οι φιλέλληνες, αγωνιζόταν για την απελευθέρωσή της από την ασιατική βαρβαρότητα. Η έλευση του Βύρωνα στην Ελλάδα ανέστρεψε τη φθίνουσα πορεία του φιλελληνικού ρεύματος, το οποίο εξασθενούσε μετά την αρχική έξαρση, λόγω των απογοητευτικών αναφορών των πρώτων ευρωπαίων που πολέμησαν στο πλευρό των Ελλήνων. Οι δημοσιεύσεις τους ήταν αρνητικότατες για τη χαοτική εσωτερική πολιτική αλλά και για το ζοφερό τοπίο που παρουσίαζε η εμπόλεμη χώρα, με τα ήθη να έχουν αποχαλινωθεί (βία, σφαγές, λεηλασίες κ.λπ.), καθώς και εξαιτίας της εμφανούς επίδρασης των αιώνων της σκλαβιάς στον χαρακτήρα των επαναστατημένων Ελλήνων.
Κατά παράδοξο τρόπο, η Ελλάδα ωφελήθηκε λιγότερο από τη σύντομη παρουσία του Βύρωνα στη χώρα και περισσότερο από τον απροσδόκητο θάνατό του στο Μεσολόγγι, μια και η απώλεια του μεγαλύτερου ποιητή του καιρού και πάμπλουτου αριστοκράτη, παρουσιάστηκε ως θυσία για την ελευθερία των απογόνων του Περικλή.
Ας δούμε πιο λεπτομερώς τις δύο κύριες διαστάσεις της προσωπικότητας του Βύρωνα που ενδιαφέρουν εδώ, πρώτα του ποιητή με την τεράστια επιρροή στην ευρωπαϊκή τέχνη και μετά του φιλέλληνα.
Ο ποιητής
Ο Τζωρτζ Γκόρντον Μπάυρον ήταν γόνος αριστοκρατών αλλά πέρασε μια κακότυχη παιδική ζωή. Οι γονείς του χώρισαν πριν ακόμη γεννηθεί, ο πατέρας του χρεωκόπησε, διέφυγε στο εξωτερικό και αδιαφόρησε για τον γιο του, ενώ τα οικονομικά της μητέρας του ήταν πολύ κατώτερα του ονόματος της οικογένειας. Σε ηλικία δέκα χρονών όμως, ο Βύρων κληρονόμησε από έναν αδελφό του παππού του τον τίτλο του Βαρόνου Μπάιρον, μια θέση στη Βουλή των Λόρδων, μαζί και σεβαστή περιουσία.
Θα μπορούσε να απολαύσει τον πλούτο και τα κοινωνικά του προνόμια με τον καθιερωμένο για τους αριστοκράτες επικούρειο ευδαιμονισμό. Μολαταύτα, το έντονο ποιητικό του τάλαντο και ο αντισυμβατικός του χαρακτήρας τον οδήγησαν από νωρίς σε έναν διαφορετικό δρόμο. Μοναδικά προικισμένος πνευματικά και διανοητικά, ήταν ένας εξαιρετικά εκλεπτυσμένος νους αλλά και αθεράπευτα παρορμητικός. Ήταν επίσης φιλήδονος, σεξουαλικά υπερδραστήριος και άσωτος με τα χρήματα. Έμοιαζε με χείμαρρο σωματικής και διανοητικής ενέργειας και του άρεσε να δοκιμάζει εναλλάξ τα ακραία όρια της εγκράτειας και της ασυδοσίας. Εκκεντρικός από ένστικτο, διατηρούσε μια παιδιάστικη ελαφρότητα, ενώ διασκέδαζε αφάνταστα να προκαλεί τα κατεστημένα ήθη με λόγια και έργα.
Είχε εμμονή με την εμφάνισή του καθώς ήταν χωλός και μάλλον κοντός, ενώ είχε τάση προς την παχυσαρκία, κάτι που τον οδηγούσε σε εξαντλητικές μονοδίαιτες. Ήταν όμως πολύ όμορφος, με έναν σχεδόν θηλυκό τρόπο, όπως δήλωναν η διάφανη επιδερμίδα του και τα ευγενικά, λεπτά του χαρακτηριστικά. Όταν ήλθε στην Ελλάδα προσπάθησε να αποκτήσει μια πιο αρρενωπή όψη, αφήνοντας ένα ελληνότροπο μουστάκι. Ήταν πάντως ακαταμάχητα ερωτικός και αναστάτωνε τον γυναικείο πληθυσμό, όπου και αν πήγαινε. Λόγω της ασωτίας και των άστατων ερώτων του, η σύντομη ζωή του θα ήταν μια συνεχής καταδίωξη από εξαπατημένους δανειστές και απελπισμένες ερωμένες.
Ταυτόχρονα, ήταν εντυπωσιακά δημιουργικός ποιητής, με στίχους γεμάτους ζωντάνια και δυνατές εικόνες. Ο Πούσκιν –το ίδιο αντισυμβατικός, σκανδαλώδης και μέγας σε ποιητική αξία– υποκλινόταν στη δύναμη και στην επιρροή του βυρωνικού στίχου πάνω στη δική του ποιητική δημιουργία.
Ο Βύρων μπορεί να σκανδάλιζε πρώτιστα με τη φιληδονία του, αλλά διέθετε τέτοια προσωπική γοητεία και τόσο δυνατό στίχο, ώστε αντί αυτή η ακρότητα να εκλαμβάνεται ως αριστοκρατική παρέκκλιση, θεωρούνταν ως να έχει ενσυνείδητα κοινωνική και ηθική στόχευση. Προσλαμβανόταν ως δήλωση ηχηρής άρνησης του κατεστημένου και ως ηρωική διακήρυξη του απεριόριστου δικαιώματος στην ομορφιά, στον έρωτα και στην απόλαυση της ζωής.
Ο βυρωνικός ήρωας –τον οποίο σε μεγάλο βαθμό ενσάρκωνε ο ίδιος ο ποιητής– εμπνεόταν από το ιδανικό της πνευματικής ελευθερίας και η φιλήδονη πλευρά του ήταν μόνο μία εκδήλωση αυτής της ελευθερίας έκφρασης. Για τα προοδευτικά πνεύματα της Ευρώπης και για τους ανήσυχους νέους, αυτό σήμαινε κατ’ επέκταση κήρυγμα αγώνα για κοινωνική και πολιτική ελευθερία.
Ο βυρωνικός άνθρωπος βρίσκεται σε ευγενή εσωτερικό πνευματικό αγώνα για τελειότητα, η οποία πραγματώνεται γύρω του στη συγκλονιστική ομορφιά της φύσης. Σκοπεύει στην πραγμάτωση της ατομικής ευτυχίας, απολαμβάνοντας χωρίς αναστολές τη ζωή, προσπαθώντας να κατευθύνει τις δημιουργικές του δυνάμεις προς τον ευγενή σκοπό της απελευθέρωσης του πνεύματος. Είναι μια μάχη με τις εσωτερικές αντιφάσεις του ίδιου του ήρωα, καθώς αγωνίζεται να πειθαρχήσει τις αντίρροπες κλίσεις που τον κρατούν δέσμιο στην πεζότητα και στην αδράνεια και τον υποβάλλουν σε συμβιβασμό με τις έξωθεν κοινωνικές συμβάσεις. Πρόκειται για αγώνα μάταιο, τραγικά χαμένο εξ αρχής.
Ο βυρωνισμός, ως ρομαντική ιδεολογία, αφορά την ατομική θέση του ανθρώπου απέναντι στη ζωή. Δεν απέβλεπε σε κοινωνικές και ταξικές ανατροπές· ούτε απευθυνόταν σε συλλογικές και εθνικές συνειδήσεις. Ως ατομικό πρότυπο ζωής, υιοθετήθηκε από τη νεαρή ευρωπαϊκή αριστοκρατία του καιρού, που ένιωθε τον βυρωνισμό να την παρακινεί προς έναν ανεξερεύνητο ακόμη κόσμο πνευματικής και σωματικής εμπειρίας. Παρότι δεν ήταν ένα σάλπισμα κοινωνικών και εθνικών αγώνων, το ιδανικό της ασυμβίβαστης πνευματικής ελευθερίας υιοθετήθηκε από τα επαναστατικά ρεύματα σε όλη την Ευρώπη (Καρμπονάροι στην Ιταλία, Δεκεμβριστές στη Ρωσία, εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα των Πολωνών και των Ελλήνων).
Η θεματολογία και οι φόρμες του ποιητικού έργου του Βύρωνα γέννησαν έτσι ένα καλλιτεχνικό κύμα που σάρωσε την Ευρωπαϊκή διανόηση, επηρεάζοντας πολλούς άλλους γίγαντες της λογοτεχνίας (Ουγκώ, Λέρμοντοφ κ.α.), της μουσικής (Μπετόβεν, Τσαϊκόφσκι, Μπερλιόζ κ.α.) και της φιλοσοφίας (Νίτσε).
Η γνωριμία του με την Ελλάδα
Ο Βύρων είχε ταξιδέψει για πρώτη φορά στην Ελλάδα το 1809, στο πλαίσιο ταξιδιωτικής περιοδείας ανά την Ευρώπη. Η πολύμηνη περιοδεία στις κύριες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες (Grand Tour) ήταν αριστοκρατική συνήθεια των νέων της τάξης του, ώστε να γνωρίσουν από κοντά την Ευρώπη πριν αναλάβουν τα κοινωνικά και πολιτικά τους καθήκοντα πίσω στην πατρίδα. Όμως, λόγω των Ναπολεόντειων πολέμων, ο Βύρων κατευθύνθηκε προς την εξωτική «Ανατολή», η οποία στο μυαλό των Ευρωπαίων περιλάμβανε τότε και τα ευρωπαϊκά εδάφη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.
Φτάνοντας στην Ήπειρο, επιδίωξε να συναντηθεί με τον Αλή Πασά. Επειδή αυτός βρισκόταν στην πατρίδα του στο Τεπελένι, ο Βύρων ταξίδεψε άλλες εννιά μέρες μέσα από τα ηπειρώτικα βουνά μέχρι να τον συναντήσει. Η επιβλητική φύση και η φιλοξενία από έναν τέτοιο γραφικό τοπικό ηγεμόνα, μαζί και το εξωτικό περιβάλλον με τις περίεργες ανατολίτικες συνήθειες, όλα αυτά προξένησαν στον Βύρωνα βαθύτατη εντύπωση, η οποία εκφράστηκε στο σημαντικό του έργο «Το προσκύνημα του Τσάιλντ Χάρολντ».[1]
Στην επιστροφή του πέρασε για πρώτη φορά και από το Μεσολόγγι, την Πάτρα και το Αίγιο. Κατόπιν διαπεραιώθηκε στη Σκάλα Σαλώνων από όπου κατευθύνθηκε στους Δελφούς. Κατέληξε στην Αθήνα που ήταν τότε μια κωμόπολη με αρβανίτικο κυρίως πληθυσμό. Το αρχαίο κλέος, για οποίο μάθαιναν οι Ευρωπαίοι στις κλασικές μελέτες, το μαρτυρούσαν μελαγχολικά τα διάσπαρτα και ερειπωμένα μνημεία της. Μετά από λίγο σάλπαρε για την Κωνσταντινούπολη, αφού πρώτα σταμάτησε στα Δαρδανέλια. Εκεί κατόρθωσε να διαπλεύσει τον Ελλήσποντο κολυμπώντας (ήταν από μικρός εξαιρετικός κολυμβητής), έναν άθλο για τον οποίο έκτοτε καυχιόταν.
Επιστρέφοντας πάλι στην Αθήνα, έμεινε στην Ελλάδα ακόμα δέκα μήνες. Με ορμητήριο τη Μονή των Καπουτσίνων στην Πλάκα, έκανε εκδρομές για να γνωρίσει τους σύγχρονους κατοίκους της αρχαίας χώρας και για να εμπνευστεί από τα ερείπια του παρελθόντος[2]. Αναμενόμενα, αγάπησε τους ντόπιους με ρομαντική διάθεση. Κάτω από την τραχύτητα και τις ανατολικές επιρροές στην εμφάνιση και στα ήθη, αυτός πίστευε ότι διέβλεπε την επιβίωση του αρχαίου υλικού. Γοητεύθηκε επίσης από την ομορφιά της αττικής φύσης (η φυσιολατρία βρίσκεται άλλωστε στον πυρήνα του ρομαντισμού).
Οι εντυπώσεις αυτές αποδόθηκαν ποιητικά στη συλλογή «Ανατολικές ιστορίες», όπου περιέχονται τα ποιήματα «Ο γκιαούρης», «Η νύφη της Άβυδος», «Ο Κουρσάρος», «Η πολιορκία της Κορίνθου», καθώς και στο ποίημα «Κόρη των Αθηνών»[3]. Στο πλοίο με το οποίο επέστρεψε στην Αγγλία μεταφερόταν και μέρος των λεηλατημένων από τον Έλγιν γλυπτών του Παρθενώνα, παροξύνοντας έτσι τον θυμό που είχε ήδη νιώσει όταν, κατά την ξενάγησή του στον βράχο της Ακρόπολης, είδε να λείπουν οι μετόπες του ναού. Η οργή του αποτυπώνεται στο ποίημα «Η κατάρα της Αθηνάς».
Βύρων και ελληνική Επανάσταση
Ο Βύρων ήταν λοιπόν ήδη παλιός γνώριμος του ελληνικού χώρου όταν πήρε την απόφαση να ασχοληθεί με την τύχη της επαναστατημένης Ελλάδας το 1823. Η απόφασή του δεν ήταν ούτε αυθόρμητη ούτε ενθουσιώδης. Τον παρακάλεσαν πολύ από το Φιλελληνικό Κομιτάτο (η οργάνωση των Άγγλων ευγενών και των αστών του Λονδίνου που είχε συσταθεί με σκοπό την υποστήριξη της Ελληνικής Επανάστασης) πριν το αποφασίσει. Άφησε με δυσκολία την τότε ερωμένη του Τερέζα Γκουτσιόλι –η οποία είχε παρατήσει τον σύζυγό της γι’ αυτόν– ώστε να εμπλακεί στην Ελληνική περιπέτεια. Στην πράξη απέδρασε άλλη μια φορά από το σκάνδαλο και τους δανειστές του, αναζητώντας τη «βυρωνική» εμπειρία στον απελευθερωτικό αγώνα που διαδραματιζόταν στον ελληνικό χώρο.
Ο αρχικός προορισμός του ήταν ο Μοριάς, το πολιτικό κέντρο της επανάστασης, ο Βύρων όμως έμεινε πρώτα για έξι μήνες στην αγγλοκρατούμενη Κεφαλονιά, ως φιλοξενούμενος του κόμη Δελαδέτσιμα, φίλου του Μαυροκορδάτου, μέχρι να αποφασίσει πού και σε ποιους από τους αντιμαχόμενους Έλληνες θα κατευθυνθεί πρώτα.
Ο Μαυροκορδάτος γνώριζε προσωπικά και τον φίλο του Βύρωνα και επίσης μεγάλο ποιητή Πέρσυ Σέλλεϋ, όπως και τη συζυγό του -ποιήτρια και αυτή- Μαίρη Σέλλεϋ[4] (τους είχε γνωρίσει κατά τη διαμονή τους στην Πίζα). Ο πανέξυπνος Φαναριώτης αντιλήφθηκε αμέσως τη σημασία της παρουσίας του Βύρωνα στο δικό του στρατόπεδο και έτσι τον έπεισε να κατευθυνθεί στο Μεσολόγγι, έδρα τότε της δικής του τοπικής εξουσίας, ως Πρόεδρος της «Συνελεύσεως της Δυτικής Χέρσου Ελλάδος» που ήταν. Είχε σκοπό να εκμεταλλευτεί αυτός και μόνο τη φήμη του ευπατρίδη ποιητή και τα θρυλούμενα εκατομμύρια που έφερνε μαζί του. Πέτυχε ως φαίνεται τον σκοπό του, γιατί ο Βύρων τελικά έγινε –αθέλητα– όργανο της φατρίας των Κυβερνητικών του Μαυροκορδάτου[5].
Όταν ο Βύρων πάτησε θριαμβευτικά το πόδι του στο Μεσολόγγι, τον υποδέχθηκαν σαν σωτήρα, πανηγυρίζοντας με κανονιοβολισμούς, χορούς και τραγούδια. Όσο βρισκόταν στο Μεσολόγγι, ο Μαυροκορδάτος έστηνε γύρω του ένα καλοσχεδιασμένο σκηνικό εκμετάλλευσης της ματαιοδοξίας του Βύρωνα, με μαστοριά άξια της φαναριώτικης καταγωγής του: άρχιζε με τη δική του κομψή κολακεία και κατέληγε στις εκδηλώσεις υποτέλειας και θαυμασμού από τους ιθαγενείς, οι οποίοι είχαν διαταχθεί καταλλήλως προς αναμονή της περίφημης βροχής φιλοδωρημάτων του πάμπλουτου Άγγλου αριστοκράτη. Ο Βύρων βρέθηκε αμέσως μέσα σε μια υπερβολή, απολαύοντας λατρεία άξια
ενός μεσσία. Αυτό το θέατρο φαίνεται πως ανάδευε τη ματαιοδοξία του και τον δέσμευε ηθικά και πολιτικά στα σχέδια του σκηνοθέτη.
Οι πρώτοι που περικύκλωσαν τον Άγγλο Λόρδο ήταν οι Σουλιώτες, προσφέροντάς του –σχεδόν στανικώς– προστασία ως προσωπική του φρουρά. Τόσο αφόρητη ήταν η πίεσή τους και τόσο υψηλή η αμοιβή που ζητούσαν (προσδοκούσαν να τους πληρώσει και όσα τους χρωστούσε μέχρι τότε η Κυβέρνηση), ώστε ο Βύρων εξοργίστηκε. Τους σιχάθηκε –καθώς έγραφε– και τελικά τους διαολόστειλε, στην κυριολεξία!
Έχοντας πουλήσει το σπίτι του στην Αγγλία, έφερνε μαζί του μόνο 20.000 λίρες. Το ποσό ήταν βέβαια σημαντικό για την εποχή, σε καμία όμως περίπτωση δεν ήταν ο αμύθητος πλούτος που είχαν στον νου τους οι Έλληνες κάθε τάξης και κάθε παράταξης, οι οποίοι τον τριγύριζαν υστερόβουλα και υποκλίνονταν μπροστά του σε κάθε του βήμα.
Η επικρατούσα μέχρι σήμερα αντίληψη για τη γενναιοδωρία του Βύρωνα προς την Επανάσταση δεν επαληθεύεται. Παρείχε μόνο δύο δάνεια στον Μαυροκορδάτο, ο οποίος κατάφερε να τον πείσει ότι εκπροσωπούσε την Κυβέρνηση. Το ένα αφορούσε 3.000 ισπανικά τάλλαρα, ώστε να πληρωθούν «τα καθυστερούμενα των Σουλιωτών», με υποθήκη τα εισοδήματα των αλυκών της λιμνοθάλασσας. Το άλλο ήταν ένα «δάνειο-γέφυρα», ξανά στον Μαυροκορδάτο, «για τις ανάγκες του αγώνα» –στην πράξη για δωροδοκίες που απαιτούσαν οι σχεδιασμοί του τελευταίου. Είχε επιτόκιο 4% και ήταν πληρωτέο μέσα σε έξι μήνες, από τα χρήματα του πρώτου Εθνικού Δανείου το οποίο αναμενόταν να χορηγηθεί στην Ελλάδα. Έτσι ο Βύρων είχε πλέον και προσωπικό κίνητρο για να μεσολαβήσει –ως εκπρόσωπος του Κομιτάτου– ώστε να εκδοθεί το βρετανικό Δάνειο.
Αυτά τα δύο δάνεια ήταν και η πιο άμεση υλική βοήθεια του Βύρωνα στην Επανάσταση –ή πιο σωστά στον Μαυροκορδάτο. Ακριβώς επειδή δόθηκαν στον συγκεκριμένο πολιτικό, τα βυρωνικά δάνεια είχαν μακροχρόνιες συνέπειες για την ελεύθερη Ελλάδα. Με τα χρήματα αυτά ο Μαυροκορδάτος προσεταιρίστηκε τους Σουλιώτες, την πιο αξιόμαχη αλλά και φιλοχρήματη δύναμη[6] του Αγώνα. Με αυτά τα δάνεια χρηματοδότησε τον αγώνα κατά των πολιτικών του αντιπάλων και έγινε έκτοτε ο κύριος εργολάβος της εδραίωσης της αγγλικής κυριαρχίας, αρχικά στην επαναστατημένη και κατόπιν στην ελεύθερη Ελλάδα.
Τα λεφτά που ξόδευε ο Βύρων για την καθημερινή του διαβίωση σπαταλούνταν σε μια φανταχτερή επίδειξη του αλλοπρόσαλλου: φρουρούνταν από καλοπληρωμένους πλέον Σουλιώτες, ενώ μια κουστωδία «αυλικών» τον συνόδευε στις εξόδους του, ντυμένοι όλοι με ακριβές λιβρέες τις οποίες παράγγειλε ειδικά να έρθουν από την Κέρκυρα. Το αλλόκοτο θέαμα ήταν μαγνήτης για τους φτωχούς ραγιάδες που, βλέποντας την επίδειξη χλιδής γύρω από τον Εγγλέζο λόρδο, επιζητούσαν να μπουν και αυτοί με κάποιον τρόπο στη μισθοδοσία του, έστω για κάποια ψυχία της υποτιθέμενης γενναιοδωρίας του. Όμοια, όλοι οι επίδοξοι αρχηγοί και αρχηγίσκοι της περιοχής, πολιορκούσαν τον Λόρδο για να τον πείσουν ότι διέθεταν αρκετό στρατιωτικό κύρος και προοπτική, ώστε να κατευθύνει και προς αυτούς κάποιες από τις προσδοκώμενες χορηγίες του. Εννοείται, η «αυλή» από την οποία περνούσαν προς έγκριση τέτοια αιτήματα ήταν ο ίδιος Μαυροκορδάτος.
Όσο ματαιόδοξος και να ήταν ο Βύρων, η υπερβολική εκδήλωση γύρω του υποτέλειας, ραγιαδισμού, διχόνοιας και φορτικής ζητιανιάς, άρχισε να του δημιουργεί αποστροφή. Αηδιασμένος, δήλωνε σε επιστολή του: «Καθώς ήρθα εδώ για να υποστηρίξω όχι μια φατρία, αλλά ένα έθνος και για να συνεργαστώ με τίμιους ανθρώπους και όχι με κερδοσκόπους ή καταχραστές (κατηγορίες που ανταλλάσσονται καθημερινά ανάμεσα στους Έλληνες), θα χρειαστεί πολλή περίσκεψη για να αποφύγω τη μομφή ότι μεροληπτώ και αντιλαμβάνομαι ότι αυτό θα είναι πολύ δύσκολο, γιατί έχω ήδη λάβει προσκλήσεις από περισσότερα του ενός από τα αλληλοσπαρασσόμενα κόμματα, πάντα με τη δικαιολογία ότι αυτοί είναι οι γνήσιοι εκπρόσωποι του έθνους».
Δεν πρόλαβε τελικά ούτε να διαμεσολαβήσει μεταξύ των Ελλήνων ούτε να πρωτοστατήσει στην ήσσονος στρατιωτικής σημασίας εκστρατεία για την απελευθέρωση της Ναυπάκτου που του πρότεινε ο Μαυροκορδάτος. Ο Βύρων είχε άλλωστε πειστεί εύκολα να χρηματοδοτήσει αυτή την «προσωπική» εκστρατεία, καθώς οραματιζόταν τον εαυτό του στη θέση του στρατιωτικού της αρχηγού (ενσάρκωση των βυρωνικών ιδανικών).
Πέθανε όμως πρόωρα από υψηλό πυρετό, πριν να καταπιαστεί με την εκστρατεία του. Η αιτία ήταν μάλλον η αφροσύνη του, διότι φαίνεται ότι βράχηκε άσχημα κατά τη διάρκεια μιας εξόρμησης ιππασίας (ήταν η αγαπημένη του καθημερινή ασχολία και ήταν εξαιρετικός ιππέας). Αμέσως μετά ανέβασε υψηλό πυρετό. Όταν η κατάστασή του επιδεινώθηκε απότομα, οι παριστάμενοι γιατροί φαίνεται ότι τον αποτελείωσαν με τις συνεχείς αφαιμάξεις που διέταξαν. Η γενική σωματική του κατάσταση δεν βοήθησε, καθώς το 36χρονο κορμί του εμφάνιζε σημάδια προϊούσας κατάρρευσης λόγω των συνεχών καταχρήσεων. Η ήδη φθίνουσα γενική του υγεία φαίνεται ότι δεν ήταν επαρκής ώστε να αντέξει τον συνδυασμό αρρώστιας και ιατρικής ασχετοσύνης.
Αποτίμηση
Η ξαφνική είδηση του θανάτου του συγκλόνισε την Ελλάδα και ακόμα περισσότερο την Ευρώπη. Η πανευρωπαϊκή συγκίνηση για τον νεαρό ευπατρίδη ποιητή, που θεωρούνταν ότι έδωσε την ψυχή του και το σώμα του για την ελευθερία των Ελλήνων, δημιούργησε γιγάντιο κύμα φιλελληνικής συμπαράστασης, τόσο στην Αγγλία όσο και στους ανώτερους κοινωνικούς κύκλους της λοιπής Ευρώπης. Οι άνθρωποι αυτής της τάξης, οι οποίοι διέθεταν καθοριστική πολιτική επιρροή, συγκινήθηκαν βαθιά από το θάνατο του ποιητή. Βοήθησαν με την σειρά τους να κλίνουν οριστικά υπέρ του αγώνα οι αναποφάσιστες συνειδήσεις των πολιτικών ανδρών της εποχής. Με αυτόν τον τρόπο έπαυσαν οι επαμφοτερίζοντες διπλωματικοί υπολογισμοί των Άγγλων και η πλάστιγγα της αγγλικής πολιτικής, αντί της προηγούμενης υποστήριξης της ακεραιότητας της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, έγειρε καταληκτικά υπέρ της Ελλάδας. Αυτή ήταν και η μεγαλύτερη –έμμεση– συμβολή του Βύρωνα στην απελευθέρωση της Ελλάδας.
Μετά τη «θυσία» του, το πνευματικό υπόβαθρο της οποίας είχε προετοιμάσει με το λογοτεχνικό του έργο, η υστεροφημία του Βύρωνα στην Ελλάδα και στην Ευρώπη εκτοξεύτηκε στα ύψη. Ήταν αναπόφευκτο η παρουσία του μεγάλου ρομαντικού ποιητή στη «δίκαια επαναστατημένη Ελλάδα» και ο αδόκητος θάνατός του, εκεί στο πεδίο, να ιδωθούν σαν ένα βυρωνικό φωτοστέφανο, ως ανιδιοτελής προσφορά του ήρωα προς το ιδανικό της ελευθερίας. Μέχρι σήμερα, οι περισσότεροι Ευρωπαίοι και σχεδόν όλοι οι Έλληνες, με αυτή τη ρομαντική προδιάθεση προσλαμβάνουν την περιπέτεια των τριών μηνών και δέκα ημερών από την αποβίβαση μέχρι τον θάνατο του Βύρωνα στο Μεσολόγγι.
Τα ελατήρια του ανθρώπου μπορεί να ήταν όμως περισσότερο προσωπικά (η επιδίωξη της δόξας και της εξωτικής εμπειρίας) και λιγότερο αλτρουιστικά (ο αγώνας για την ελευθερία ενός ξένου έθνους). Ο ίδιος φαίνεται να αγάπησε ειλικρινά και με αγνές προθέσεις την Ελλάδα. Οι όποιες δε επικριτικές του εξάρσεις κατά των Ελλήνων πρέπει να ιδωθούν μέσα στο πλαίσιο της ασφυκτικής πίεσης που δεχόταν πανταχόθεν για παροχή χρημάτων και πολιτικής εύνοιας.
Σε μια ειλικρινή αγαπητική σχέση, τα αισθήματά μας είναι εξωστρεφή και δοτικά. Τέτοια πρέπει να ήταν τα αισθήματα για την Ελλάδα του ερωτικότατου αυτού ανθρώπου. Γι’ αυτό και οι Έλληνες συνεχίζουν να τον τιμούν πάντα σαν τον μέγιστο των Φιλελλήνων.
Σχεδόν 200 χρόνια μετά τον άτυχο και πρόωρο θάνατό του, εμείς σήμερα μπορούμε να τον κρίνουμε νηφάλια και μεγαλόψυχα, αλλά χωρίς τις προηγούμενες εξιδανικεύσεις.
Σημειώσεις:
[1]: Ο Βυρωνισμός ερμηνεύει τα πράγματα από εξιδανικευμένη σκοπιά. Οι φυσικές ταλαιπωρίες του ταξιδιού, η αγριότητα των ηπειρώτικων βουνών, οι πρωτόγνωρες συνθήκες υγιεινής, δίαιτας, φιλοξενίας, η τραχύτητα των κατοίκων, τα αυστηρά έως πρωτόγονα ήθη, όλα εξωραΐζονταν ως άμεση εμπειρία με τον πυρήνα της φυσικής ομορφιάς και του ακατέργαστου, γι’ αυτό και αυθεντικού, ανθρώπινου πολιτισμού. Αλλά, όταν είμαστε νέοι, δεν είμαστε όλοι βυρωνιστές;
[2]: Σε μια εκδρομή του στο Σούνιο παραλίγο να αιχμαλωτιστεί από Μανιάτες πειρατές που ελλόχευαν σε κάποιον όρμο εκεί κοντά.
[3]: Δεν μπορούσε να παραμείνει ούτε στιγμή χωρίς ερωτική έμπνευση. Το ποίημα αναφέρεται στον έρωτά του για την Τερέζα Μακρή, τη 12χρονη κόρη του Άγγλου Προξένου στην Αθήνα.
[4]: Είναι η συγγραφέας του «Φρανκενστάιν: ή, Ο Σύγχρονος Προμηθέας» (Frankenstein: or, The Modern Prometheus), 1818.
[5]: Την επίζηλη εύνοια του Βύρωνα, προσπάθησε να την κατευθύνει προς την παράταξη των «Στρατιωτικών», ο συμπατριώτης του Τρελόνι (Edward John Trelawny), φιλέλληνας και αυτός, φίλος επίσης τόσο του Σέλλεϋ όσο και του Βύρωνα. Είχαν προηγουμένως ταξιδέψει μαζί με τον Βύρωνα μέχρι την Κεφαλονιά, αλλά καθώς ο πρώτος έμεινε στο νησί μέχρι να τον συμβουλέψει το Κομιτάτο πώς να χειριστεί τα θέματα των εσωτερικών ερίδων των επαναστατημένων, ο Τρελόνι προχώρησε στην ενδοχώρα. Εκεί συναντήθηκε με τον Κολοκοτρώνη και γνώρισε τους Σουλιώτες, οι οποίοι τον γοήτευσαν με την ανδροπρέπειά τους. Καθώς ο ίδιος ήταν στρατιωτικός της γραμμής, κατά φυσικό τρόπο έκλινε προς την παράταξη των «Στρατιωτικών», ενώ αντιπάθησε σφόδρα τον Μαυροκορδάτο. Έγινε συμπολεμιστής και γαμπρός του Ανδρούτσου, αλλά δεν κατάφερε τελικά να στρέψει τον Βύρωνα προς το μέρος των Στρατιωτικών.
[6]: Οι άλλοι επίσης αξιόμαχοι πολεμιστές, οι Μανιάτες, αλλά και οι Υδραίοι ναυτικοί, εξαργύρωναν την πολεμική τους εμπειρία ακριβώς με τον ίδιο τρόπο: ως επαγγελματίες μισθοφόροι του πολέμου ή ακόμα ως πειρατές.
Τα επιτεύγματα της ελευθερίας, Ελληνική ιστορία, Προσωπικότητες, Βύρων, Βυρωνισμός