Έρχεται σε λίγο η Πρωτοχρονιά, μια ευκαιρία για ετήσια επανεκκίνηση όπου, μετά την αναδρομή του χρόνου που πέρασε, κάνουμε τη στοχοθεσία της νέας χρονιάς. Επιθυμίες, εμπειρίες, στόχοι που δεν υλοποιήθηκαν, ελπίζουμε φέτος να πραγματωθούν. Και τι πιο βοηθητικό από τα χρήματα; Πολλά χρήματα· χωρίς δεσμεύσεις, δουλειά, έργο, υποχρεώσεις· κυριολεκτικά ουρανοκατέβατα!
Να κερδίζαμε το (πρωτοχρονιάτικο) λαχείο! Σε πόσους ανθρώπους χαρίζει εφήμερη ελπίδα η προσδοκία να μας χαμογελάσει μια Τύχη τόσο πλουσιοπάροχη ώστε να αλλάξει όλη η ζωή μας;
Αυτό είναι το λαχείο: εκδήλωση της τάσης του ανθρώπου για παιχνίδι· πεισματική άρνηση της μοίρας· κυρίως, πίστη στην ελπίδα. Ξέρουμε ότι η πιθανότητα να είμαστε εμείς οι τυχεροί είναι συντριπτικά μικρή. Και όμως, δεν παύουμε να ελπίζουμε! Πληρώνουμε εισιτήριο για μια παράσταση ονείρου που διαρκεί μέχρι την κλήρωση.
Είναι όμως μια ανισοβαρής σύμβαση με την τύχη. Η ατομική επιτυχία είναι αβέβαιη, ενώ απόλυτα βέβαιη είναι η απώλεια για το σύνολο των παικτών. Μόνο λίγοι θα κερδίσουν, για να μοιραστούν ένα μέρος του ποσού που συγκεντρώνεται. Αντίθετα, τα κέρδη του εκδότη είναι εξασφαλισμένα.
Αν το δούμε εποπτικά, θα μπορούσε να κριθεί ανήθικο να εκδίδονται λαχεία, αφού οι πολλοί σίγουρα χάνουν ενώ μόνο λίγοι προνομιούχοι της τύχης (όχι της εργασίας) κερδίζουν. Έχει μια γεύση εκμετάλλευσης και αδικίας το ζήτημα, καθώς ο εκδότης κερδίζει το μεγαλύτερο ποσό, άμεσα και άκοπα, με τον εκμαυλισμό της ροπής μας προς τα τυχερά παιχνίδια. Είναι μάλιστα οι πιο ψτωχές κοινωνικές τάξεις που βαυκαλίζονται πιο εύκολα με την ελπίδα του εύκολου και γρήγορου πλουτισμού.
Γι' αυτό και τα πρώτα λαχεία (τώρα περνάμε στην ιστορία των λαχείων), εκδόθηκαν είτε από κράτη είτε κρατικούς φορείς, με δηλωμένο εξ αρχής τον κοινωφελή σκοπό, ώστε να απαλυνθεί η εντύπωση της εκμετάλλευσης της ελπίδας, να δικαιολογηθεί ηθικά στην συνείδηση κάθε ονειροπόλου κάτι κερδοσκοπικό, τόσο ελάχιστα πιθανό για το άτομο και τόσο ασύμμετρα ζημιογόνο για το σύνολο.
Στην αρχαία Ελλάδα ήταν περισσότερο η Μοίρα παρά η Τύχη που καθόριζε την ζωή του ατόμου. Αν και η μία απο τις τρεις Μοίρες ήταν η Λάχεσις[1], το ελληνικό πνεύμα αποστρεφόταν την έννοια του τυχαίου, του απροσδιόριστου, του ακατανόητου. Αντίθετα, ήταν ο Νόμος, η νομοτέλεια που απασχολούσε τον ελληνικό νου. Μπορούσε να ευνοηθείς από την τύχη, ("λάχεια γη", ήτοι "εύσκαφος και εύγειος παρά το λαχαίνεσθαι", Ησ.), μεγεθύνοντας έτσι τον χώρο των επιλογών, αλλά ήταν τελικά ο νους που ξεδιάλυνε την υποκείμενη αιτιότητα τόσο των φυσικών φαινομένων όσο και των γεγονότων της ζωής.
Δεν έχουμε εμφάνιση λοιπόν λαχειοφόρων εκδόσεων στην ελληλική αρχαιότητα. Ήταν αντίθετα οι δυσειδαίμονες Ρωμαίοι αυτοί που θεοποίησαν την Τύχη (Fortuna). Αυτοί πίστευαν αληθινά ότι κάποια υπερκόσμια, ά-νομη, αδάμαστη δύναμη παρεμβαίνει αποφασιστικά στην ζωή μας.
Με όσα αναφέραμε τόσο για την ψυχολογική όσο και για τη δημοσιονομική πλευρά του θέματος φαίνεται ευνόητο γιατί στη Ρώμη του Αυγούστου μαρτυρείται η πρώτη έκδοση λαχείου στην Ευρώπη, με το συγκεντρωθέν ποσό να κατευθύνεται στην επισκευή των οχυρώσεων της πόλης -τουλάχιστον κατά επίσημη δήλωση- συνοδευόμενη από κλήρωση αντικειμένων αξίας για τους αγοραστές των λαχείων.
Φαίνεται όμως ότι οι Κινέζοι προηγήθηκαν των Ευρωπαίων -και εδώ- εκδίδοντας λαχεία περί το 200 π.Χ., πάλι με κοινωφελή σκοπό, τη συμβολή στο κτίσιμο του σινικού τείχους.
Στην Ευρώπη τα λαχεία επανεμφανίστηκαν προς το τέλος του Μεσαίωνα, πρώτα στις Κάτω Χώρες (Γάνδη, Ουτρέχτη, Μπρυζ) και στις Ιταλικές πόλεις-κράτη (Μιλάνο, Βενετία) γύρω στα μέσα του 15ου αιώνα. Οι εκδότες ήταν πάλι οι κρατικές αρχές και ο σκοπός ήταν ξανά η ενίσχυση της πολεμικής και αμυντικής ισχύος των αντίστοιχων πόλεων.
Μάλιστα ο όρος lottery, ο οποίος επικρατεί σήμερα στις αγγλόφωνες χώρες, προέκυψε ετυμολογικά από την ολλανδική λέξη "lot" που σημαίνει μοίρα.
Το μοτίβο αυτό (κράτος- εκδότης, κοινωφελής σκοπός, κυρίως πολεμικός/αμυντικός) συνεχίστηκε και σε διάφορες άλλες ευρωπαϊκές χώρες (Γαλλία, Αγγλία, ΗΠΑ) μέχρι και τις αρχές του 19ου αιώνα.
Μια σημαντική όμως αλλαγή έγινε στην Αγγλία όπου λειτούργησε το εμποροκρατικό και κερδοσκοπικό πνεύμα των αγγλοσαξώνων. Εκεί σταδιακά (από το τέλος του 17ου αιώνα), η κυβέρνηση επέτρεψε να περάσουν σταδιακά τα δικαιώματα στις λοταρίες σε μεσίτες ("brokers"), οι οποίοι εξέδιδαν και μερίδια ("shares") στα κέρδη. Αυτή ήταν και η πρώτη εμφάνιση των μετάπειτα μεσιτών μετοχών ("stockbrokers") των εταιριών που ήταν εισηγμένες στο Χρηματιστήριο.
Με την άκρατη φιλελευθεροποίηση παρατηρήθηκε -νομοτελειακά- τάση προς διαφθορά και κατάχρηση των εκδόσεων λαχείων. Γι' αυτό και μετά από σοβαρή πολιτική πίεση αυτές οι ιδιωτικές λοταρίες καταργήθηκαν το 1826, προβάλλοντας ηθικούς λόγους.
Στην Ισπανία θεσμοθετήθηκε το 1826 το Χριστουγενιάτικο Λαχείο,το οποίο έκτοτε εκδίδεται αδιάκοπα (δεν έπαψε ούτε στα χρόνια του ισπανικού Εμφυλίου) και παραμένει το δεύτερο πιο παλαιό λαχείο στον κόσμο.
Τα έσοδα του πρώτου Λαχείου επέτρεψαν να βγει στην επιφάνεια το θέατρο του Διόνυσου και η στοά του Αττάλου...
1849. Λίγα χρόνια μετά την απελευθέρωση τα αρχαία της Ελλάδας λεηλατούνται από τους ξένους αρχαιοκάπηλους και την έλλειψη οργανωμένων αρχαιολογικών χώρων με φύλακες.
Η αρχαιολογική εταιρεία για να βρει έσοδα καταφεύγει σε λαχειοφόρο αγορά.
Ο πρώτος τυχερός; Θα κέρδιζε ένα σπίτι και η αρχαιολογία θα εξοικονομούσε έσοδα για τη συντήρηση και προστασία των αρχαίων.
Στις 19 Νοέμβριου του 1874, ο βασιλιάς Γεώργιος. Ο πρώτος καθιερώνει το πρώτο επίσημο λαχείο. Τα έσοδα διατίθενται για τις δαπανηρές αρχαιολογικές ανασκαφές .
Κάθε λαχείο κοστίζει 3,30 δραχμές και ο πρώτος λαχνός ήταν το ιλιγγιώδες ποσό των 22 χιλιάδων δραχμών.
Τα έσοδα επέτρεψαν να βγει στην επιφάνεια το θέατρο του Διόνυσου και η στοά του Αττάλου. Το 1904 βγήκε το λαχείο υπέρ του εθνικού στόλου το οποίο την επόμενη χρονιά ονομάστηκε λαχείο υπέρ του εθνικού στόλου και των αρχαιοτήτων της Ελλάδας.
Για περίπου δυο δεκαετίες ήταν το μοναδικό κρατικό λαχείο και τα χρήματα πήγαιναν σε ιερό σκοπό.
Το 1936 δημιουργείται το περίφημο λαχείο συντακτών .κυκλοφορούσε μόνο μια φορά το χρόνο έφτασε να δίνει στον πρώτο νικητή μια πολυκατοικία και τα έσοδα προορίζονταν για το ταμείο των δημοσιογράφων.
Το εθνικό λαχείο κυκλοφόρησε το 1937 και το 1941 το λαχείο του στόλου ονομάστηκε λαϊκό λαχείο το οποίο κυκλοφορούσε ακόμη και την περίοδο της κατοχής.
ο λαχείο συντακτών καταργήθηκε το 1967 αφού νωρίτερα είχε μοιράσει πολλές πολυκατοικίες οι οποίες στέκουν στη θέση τους μέχρι σήμερα.
Ιστορικό Χρονολόγιο
1929 Ιδρύεται με Διάταγμα υπηρεσία με την αρχική επωνυμία "Υπηρεσία του Λαχείου", που εποπτεύεται από τα Υπουργεία Οικονομικών και Ναυτικών και η οποία επανακυκλοφορεί το "Λαχείον του Στόλου και των Αρχαιοτήτων της Ελλάδος" σε δύο μορφές, το "Λαϊκόν Λαχείον" και το "Μέγα Λαχείον".
1932 Η υπηρεσία μετονομάζεται σε "Λαχείον του Στόλου".
1933 Καταργείται το "Μέγα Λαχείον" και η υπηρεσία αλλάζει πάλι ονομασία σε "Λαχείον του Στόλου και της Κρατικής Προνοίας" ενώ η εποπτεία της ανατίθεται στο Υπουργείο Οικονομικών.
1936 Η υπηρεσία μετονομάζεται τον Ιανουάριο σε "Διεύθυνση του Λαχείου του Στόλου" και τον Δεκέμβριο σε "Διεύθυνση Κρατικών Λαχείων". Αναλαμβάνει την εποπτεία του "Λαχείου Συντακτών".
1937 Θεσπίζεται τον Απρίλιο το "Εθνικό Λαχείο διαδοχικών κληρώσεων" ενώ κυκλοφορεί τον Οκτώβριο του ίδιου έτους η πρώτη έκδοση και στις 18 Νοεμβρίου διεξάγεται η πρώτη κλήρωση του.
1940 Αναστέλλεται στα μέσα Νοεμβρίου, λόγω του πολέμου η κυκλοφορία του Εθνικού Λαχείου, και στις αρχές του Δεκεμβρίου εκδίδεται το "Μέγα Πολεμικόν Λαχείον".
1941 Τον Ιούλιο καταργείται το "Μέγα Πολεμικόν Λαχείον" και το "Λαχείον του Στόλου" μετονομάζεται σε "Λαϊκόν Λαχείον υπέρ της Κοινωνικής Προνοίας". Επίσης επανακυκλοφορεί στις αρχές Σεπτεμβρίου το Εθνικό Λαχείο από την 8η έκδοσή του. Θεσπίζεται τον Νοέμβριο στιγμιαίο λαχείο που όμως δεν κυκλοφορεί τελικά.
1944 Τον Οκτώβριο, λόγω του πληθωρισμού, πέφτουν κατακόρυφα οι πωλήσεις των λαχείων και η υπηρεσία κινδυνεύει να κλείσει. Σώζεται όταν αναλαμβάνει προσωρινά την πληρωμή των εξόδων της το Υπ. Οικονομικών.
1958 Δεν αποδέχεται την πρόταση της Γενικής Γραμματείας Εξωσχολικού Αθλητισμού του Υπ.Παιδείας για τη διοργάνωση του ΠΡΟ-ΠΟ.
1967 Μετά την κατάργηση του "Λαχείου Συντακτών" αναλαμβάνει την έκδοση και διαχείριση του "Ειδικού Κρατικού Λαχείου υπέρ της Κοινωνικής Αντίληψης".
1970 Αποφασίζεται η πιλοτική εφαρμογή του αριθμολαχείου Lotto στην περιοχή της Αθήνας αλλά αργότερα η ιδέα εγκαταλείπεται.
1981 Εγκρίνεται η έκδοση Στιγμιαίου Λαχείου με τον τίτλο "Πολιτιστικό Λαχείο" (ΠΟΛ-ΛΑ), το οποίο τελικά δεν κυκλοφορεί.
1993 Αναλαμβάνει την εποπτεία του Στιγμιαίου Κρατικού Λαχείου (Ξυστό).
Και ένα βίντο από τη "Μηχανή του Χρόνου" με την ίδια ιστορία.
Πάντως, αν με ρωτήσετε αν αγόρασα Πρωτοχρονιάτικο, όχι, δεν αγοράζω λαχεία γενικά. Οπότε, ο νέος χρόνος θα με βρεί και την επόμενη χρονιά στα ίδια οικονομικά μέτρα, ούτε ασύγκριτα πιο πλούσιο ούτε κατά τι ελάχιστο φτωχότερο.
Καλή και υγιής να είναι η χρονιά που έρχεται, σε τρεις ώρες περίπου. Στο επανιδείν με την πρώτη δημοσίευση της επόμενης χρονιάς!
Σημειώσεις
[1]: Από το ρήμα "λαγχάνω" που σήμαινε την δια του κλήρου -δια της κληρώσεως- απολαβή. Οι Μοίρες ήταν η Κλωθώ, η Λάχεσις και η Άτροπος. η πρώτη καθόριζε τη γέννηση, η δεύτερη την πορεία της ζωής και η τρίτη το θάνατο (το αναπόφευκτο, γι' αυτό και ήταν "άτροπος").
Κλήρος: (I) ο (AM κλῆρος, Α δωρ. τ. κλᾶρος) 1. ο λαχνός, η κλήρωση («ἤτοι κλήρῳ γε λαχόντα», Ηρόδ.) 2. συνεκδ. το μερίδιο γης που απονέμεται σε κάποιον με λαχνό
Λάχη: λαχ- (πρβλ. ἔλαχ-ον, αόρ του λαγχάνω) + κατάλ. -η]. λάχη: [ᾰ], ἡ, = λῆξις, λαχνός, κλήρος, τάφων πατρῴων λάχαι, μερίδιο στους πατρικούς τάφους, σε Αισχύλος.