
Γιατί μετράμε αποστάσεις από το Αστεροσκοπείο;
Διάβασα κάπου τυχαία ότι παρά τη γενική εντύπωση ότι οι αποστάσεις από την Αθήνα και προς κάθε κατεύθυνση μετριώνται από την Πλατεία Ομονοίας, θεωρούμενη ως το ιστορικό κέντρο της Αθήνας, η τιμή ανήκει στο Αστεροσκοπείο Αθηνών.
Σε όλες τις δημοσιεύσεις που αναζήτησα κάποιες περισσότερες πληροφορίες για το λόγο για τον οποίο έγινε αυτή η επιλογή, βρήκα ξανά και ξανά την ίδια -σχεδόν ακριβώς- ανατύπωση από τον σχετικό, ή έστω ενδιαφερόμενο, ιστότοπο του Car&Motor. Ακόμη και η αρμόδια -καθώς θα έπρεπε- ιστοσελίδα της Αυτοδιοίκησης, αντί να ψάξει την ιστορικότητα του θέματος παραπέμπει πάλι εκεί (ενά άλλοι αντιγράφουν απλά, χωρίς καν παραπομπή).
Η ιστορία της μέτρησης αποστέσεων μεταξύ πόλεων αρχίζει με τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, τον μεγαλύτερο κατασκευαστή δρόμων της αρχαιότητας. Οι περίφημοι ρωμαϊκοί δρόμοι συνέδεαν μεταξύ τους τις πόλεις της Ιταλίας αρχικά και των κατακτημένων επαρχιών αργότερα. Ήταν ομαλοί, καλοφτιαγμένοι, σοφά μελετημένοι ως προς το υπέδαφος και το τοπικό κλίμα, ώστε να αντέχουν στον καιρό. Σχεδιάζονταν κατά μεγαλύτερη επιτρεπτή από το ανάγλυφο ευθεία και στην ελάχιστη δυνατή υψομετρική διαφορά. Φτιάχτηκαν από το ρωμαϊκό στρατό και κυρίως για το στρατό (όχι για το εμπόριο).
Οι πρώτοι δρόμοι, αυτοί που διάσχισαν την ιταλική χερσόνησο (Via Appia, Via Salaria,Via Nomentana, Via Flaminia, Via Aurelia, Via Ostiensis) εξακτινώνονταν από τη Ρώμη. Οι πρακτικοί Ρωμαίοι ήξεραν ότι με δρόμους τέτοιας ομαλότητας και ευθύτητας, με μέσα μεταφοράς σταθερής κατά βάση ταχύτητας (κάρα, άλογα), μπορούσαν να γνωρίζουν το χρόνο που θα χρειάζονταν η μεταφορά στρατιωτικού προσωπικού και υλικού, από το ένα σημείο στο άλλο, απλά μετρώντας τις αποστάσεις. Και η αρχή όλων των αποστάσεων ξεκινούσε από το Forum.
Σύμφωνα με τη Wikipedia, ο Αύγουστος ανέγειρε μια στήλη κοντά στο ναό του Κρόνου (Saturn), η οποία κάτα τους περισσότερους ήταν μαρμάρινη με κάποιες επιχρυσωμένες μπρούτζινες επιγραφές. Ίσως όμως ήταν μπρούτζινη και επιχρυσωμένη ολόκληρη. Για το λόγο αυτό ονομαζόταν Milliarium Aureum και θεωρείται ότι έγινε έκτοτε το σημείο εκκίνησης των μετρήσεων αποστάσεων.
Πάντως υπάρχουν και αναφορές στον Πλίνιο τον Πρεσβύτερο ότι οι αποστάσεις για κάθε μία από τις οδούς που προαναφέρθηκαν μετρούνταν από την αντίστοιχη πύλη εξόδου. Η απήχηση όμως της παράδοσης για το Milliariun Aureum πέρασε στον μεσαίωνα και απηχεί στη φράση "όλοι οι δρόμοι οδηγούν στη Ρώμη", η οποία είναι μεσαιωνική και όχι αρχαία και η οποία μάλλον ακολουθεί την παράδοση της Μέκκας ως κέντρο του ισλαμικού κόσμου.
Όταν λοιπόν βρέθηκαν στις ανασκαφές μαρμάρινα θραύσματα και η επιγραφή Milliareum Aureum, αυτά που φαίνονται δίπλα, θεωρήθηκε ότι ανήκαν στην στήλη του Αυγούστου. Φαίνεται όμως ότι η καμπύλη παραπέμπει σε μια γιγάντια κατασκευή, που ήταν μάλλον απίθανο να είχε ποτέ ανεγερθεί. Άρα μάλλον ενισχύεται η εκδοχή της -πολύ μικρότερης- επιχρυσωμένης μπρούντζινης στήλης.
Πάντως, ακολουθώντας τη ρωμαϊκή παράδοση, όλες οι σύγχρονες χώρες εκκινούν τη μέτρηση των αποστάσεων μεταξύ πόλεων από κάποιο κεντρικό σημείο της πρωτεύσουσάς τους, το οποίο έχει βαρύνουσα ιστορική ή πολιτική σημασία.
Στην περίπτωση της Αθήνας, παρά το ότι η συνιθισμένη άποψη αναφέρει την Ομόνοια, είναι το Εθνικό Αστεροσκοπείο το σημειο εκκίνησης. Βέβαια ο Λόφος των Νυμφών όπου έχει κτιστεί, δεν ήταν ποτέ κεντρικό σημείο της Αθήνας, είτε από εμπορικής, είτε από πολιτικής ή και κυκλοφοριακής άποψης.
Οπότε προκύπτει το ερώτημα: γιατί δεν επιλέχθηκε κάπαιο άλλο πολιτικό κέντρο, π.χ. τα Παλαιά Ανάκτορα του Όθωνα, δηλαδή η σημερινή Βουλή των Ελλήνων στην Πλατεία Συντάγματος, ή το τότε εμπορικό κέντρο που προοριζόταν να είναι η Ομόνοια ή έστω ο χώρος που ανεγέρθηκε η "Αθηναϊκή Τριλογία", το μνημειακό αρχιτεκτονικό συγκρότημα της Ακαδημίας Αθηνών, του -Οθώνειου τότε- Πανεπιστημίου Αθηνών και της Εθνικής Βιβλιοθήκης;
Η απάντηση -εικάζω μόνο, γιατί πουθενά δεν μπόρεσα να βρω κάτι πέρα από την ξερή ανατύπωση περί Αστεροσκοπείου- είναι ότι ο Όθωνας παραχώρησε αυτή την τιμή, προφανώς μετά από τη σύσταση των ανθρώπων που έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στην ανέγερση του Αστεροσκοπείου και τη σύστασή του ως πρώτο ερευνητικό ίδρυμα του νεοσύστατου Ελληνικού Κράτους.
Υπάρχει μια ωραία περιγραφή της ιστορίας της ίδρυσης του Αστεροσκοπείου στην ιστοσελίδα "Μικρός Ρωμιός", η οποία μιλά για την πρωτοβουλία του αυστριακού πρέσβυ Άντον φον Πρόκες Όστεν, που τη διαβίβασε στον φίλο του και βαθύπλουτο Έλληνα της διασποράς Γεώργιο Σίνα, ο οποίος αμέσως προθυμοποιήθηκε να χρηματοδοτήσει την ευγενή ιδέα[1].
Δεδομένης της γενναίας ιδιωτικής χορηγίας, τα σχέδια ανέλαβε ο Θεόφιλος Χάνσεν και το οικοδόμημα απέκτησε ομορφιά, μέγεθος και αρχιτεκτονικό κύρος που φάνταζε παράταιρο σε σχέση με τη μικρότητα και τη φτώχεια της τότε Αθήνας των 20-30 χιλιάδων κατοίκων.
Κάπως έτσι φιλόδοξα και ρομαντικά ξεκίνησε το μικρό Ελληνικό Κράτος τη ζωή του, αναζητώντας από τη μία την επανασύνδεση με τη δόξα ενός αρχαίου παρελθόντας -έναν ιδρυτικό μύθο που μας εμπνέει και μας βασανίζει μέχρι σήμερα- και από την άλλη το συντονισμό με τον σύγχρονο βηματισμό της Ευρώπης με την οικονομική και πνευματική συνδρομή του προοδευτικότερου και κοσμοπολίτικου ελληνισμού της διασποράς.
Το 1845 λοιπόν παραδόθηκε το κτίριο και άρχισε η ερευνητική του λειτουργία. Σε σχέση με τα άλλα υποψήφια σημεία εκκίνησης μέτρησης αποστάσεων, φαίνεται ότι προηγήθηκε και χρονικά των άλλων ερευνητικών/εκπαιδευτικών ιδρυμάτων. Μπορεί το Πανεπιστήμιο Αθηνών να ανεγέρθηκε λίγο νωρίτερα (ιδρυθέν το 1837, μεταστεγάστηκε το 1841 στο νέο κεντρικό κτίριο της "Τριλογίας"), αλλά δεν είχε μεγάλη σχέση με πρακτικές μέτρησης. Η διδασκαλία περιοριζόταν στις σχολές Θεολογίας Νομικής, Ιατρικής και Τεχνών, με την τελευταία να περιλαμβάνει τις Εφαρμοσμένες Επιστήμες και τα Μαθηματικά. Το δε Εθνικό Μετσόβειο Πολυτεχνείο ξεκίνησε μεν το 1836, αλλά ως επιμορφωτικό ίδρυμα τεχνιτών. Μόνο το 1887 προήχθη σε Ανώτατο Εκπαιδευτικό Ίδρυμα.
Απομένει λοιπόν η περίπτωση των Παλαιών Ανακτόρων, που η κατασκευή τους ξεκίνησε το 1836 και ολοκληρώθηκε το 1847. Θα μπορούσε το Ανάκτορο να είχε εξαρχής θεωρηθεί το "κέντρο του Κράτους" με ξεκάθαρη υποδήλωση της απόλυτης ηγεσίας του Όθωνα επί των υπηκόων του, ακριβώς στο πλαίσιο της απόλυτης μοναρχίας στην οποία πίστευε σε όλη του τη ζωή. Όμως δεν συνέβη. Ελλείψει άλλων πηγών, δεν μπορώ να σκεφτώ παρά μια μεγαλόθυμη παραχώρηση του Μονάρχη προς την Επιστήμη.
Αυτά περί ιστορικής αναφοράς και περνάμε στα πιο πεζά τώρα, όσα αναφέρονται σε όλες τις δημοσιεύσεις για τη σύγχρονη μέτρηση χιλομετρικών αποστάσεων μεταξύ πόλεων της Ελλάδας. Θυμόμαστε -κάποιοι- ή έχουμε δει οι περισσότεροι σε μικρούς επαρχιακούς δρόμους, χαραγμένους και κατασκευασμένους μετά τον Πόλεμο, τους παλαιότερoυς λίθινους χιλιομετρικούς δείκτες (milestones) με τις αποστάσεις από τη μεγαλύτερη πόλη προς τη μικρότερη. Σήμερα υπάρχουν βέβαια πινακίδες που αναγράφουν πόση απόσταση απομένει από την πόλη στην οποία κατευθύνεται ο δρόμος.
Επισήμα, τα σημεία εκκίνησης και κατάληξης των μετρήσεων είναι για κάθε πόλη κάποιο κεντρικό τοπογραφικό σημείο, είτε η κεντρική πλατεία (κέντρο εμπορίου και κυκλοφορίας), είτε κάποιο μνημείο, ως τοπικό ιστορικό τοπόσημο.
Αυτά καθορίζονται για τις ηπειρωτικές πόλεις. Στα νησιά όμως αυτό που έχει σημασία είναι πού "πιάνει λιμάνι" το πλοίο που ξεκινά από τον Πειραιά -κατ' αρχήν-, οπότε το τοπογραφικό σημείο μέτρησης είναι η κεντρική αποβάθρα του λιμανιού.
Τελειώνοντας αυτή τη δημοσίευση παραθέτω και την πολύ εξυπηρετική και πλέον πιο "επίσημη" εφαρμογή που μας διαθέτει το Υπουργείο Μεταφορών και Υποδομών για να βρίσκουμε όποιες αποστάσεις θέλουμε μεταξύ πόλεων, χωριών και οικισμών. Μια τέτοια επίσημη καταγραφή είναι πολύ σημαντική για πολλούς διοικητικούς, οικονομικούς, αστυνομικούς αλλά και πολιτικούς λόγους (για εκλογικά δικαιώματα, ασφαλιστικές καλύψεις, όρια δικαιοδοσίας και περιπολίας, διοικητικές πράξεις για καύσιμα και χρόνους κλπ.). Για τις επίσημες αποστάσεις μπορείτε να ανατρέξετε στον κάτωθι σύνδεσμο:
Σημειώσεις:
[1]: Όπως αναφέρεται και στον προαναφερθέντα σύνδεσμο στον "Μικρό Ρωμιό", ο Γεώργιος Σίνας αν και δεν είχε ποτέ επισκεφτεί την Ελλάδα, δεν έπαψε να θεωρεί τον εαυτό του Έλληνα κατά το γένος και κατά την ψυχή. Είχε καταγωγή από την Μοσχόπολη της Κορυτσάς, η οποία είχε κατά πλειοψηφία μη ελληνόφωνο πληθυσμό (κυρίως βλαχόφωνο), ο οποίος όμως δεν έπαψε να έχει ακέραιη και σταθερή ελληνική εθνική συνείδηση. Χαρακτηριστικό είναι αυτό που αναφέρεται στην ανωτέρω δημοσίευση:
Με υπερηφάνεια και σχεδόν στερεότυπα έγραφε στις επιστολές του: «Ως Έλλην επιθυμώ να γίνω το κατά δύναμιν ωφέλιμος εις το Γένος μου»!
Πολλές φορές συνεπώς, η γλώσσα είναι δευτερεύον στοιχείο εθνικής ταυτότητας (όπως π.χ. για τους τουρκόφωνους Πόντιους της Τσάλκας, αλλά και για τους επίσης -κάποτε τουρκόφωνους- Καππαδόκες).
Αστεροσκοπείο Αθηνών, Φιλομάθεια, Σίνας Γ., Σίνας Σ., Milliareum Aureum