
Μανώλης Καλομοίρης
Αναδημοσίευση από το βιβλίο μου Τα επιτεύγματα της Ελευθερίας (filomatheia.info)
Β.6.3. ΜΑΝΩΛΗΣ ΚΑΛΟΜΟΙΡΗΣ (Σμύρνη 1883 - Αθήνα 1962), σελ. 172.
Ο Μανώλης Καλομοίρης με τα θεωρητικά και με τα μουσικά του έργα θεμελίωσε τη νεοελληνική Εθνική Μουσική Σχολή. Εφάρμοσε για τη μουσική της πατρίδας του την τάση που ξεκίνησε από το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα για την ίδρυση Εθνικών Σχολών στην κλασσική μουσική, δηλαδή μουσικών έργων που ενσωματώνουν την εθνική λαϊκή μουσική παράδοση στις έντεχνες φόρμες της κλασικής μουσικής. Η αρχή έγινε στη Ρωσία (με τους «Πέντε»), και ακολούθησαν άλλες εθνικές σχολές στη Νορβηγία (Ε. Γκριγκ), στην Τσεχία (B. Σμέτανα), στην Ισπανία (E. Γρανάδος κ.α.).
Με τον όρο «Εθνική Μουσική Σχολή» εννοούμε την αποστασιοποίηση των μουσικοσυνθετών από τον κλασικό κεντροευρωπαϊκό μουσικό τρόπο (αυτός ήταν κυρίως γερμανικός) και τη δημιουργία νέων μουσικών τρόπων και ρυθμών με βάση τα υλικά της εθνικής λαϊκής παραδοσιακής μουσικής. Τα λαϊκά μοτίβα, οι ρυθμοί και οι τονικότητες εμφυτεύονται με τεχνικά και αρμονικά μέσα της κλασικής μουσικής στις μεγάλες και απαιτητικές μουσικές φόρμες (συμφωνία, όπερα, κοντσέρτο κ.λπ.).
Δεν πρόκειται όμως για την αριστοκράτισσα που πειραματίζεται με λαϊκές φορεσιές, έτσι σαν παιχνιδιάρικο καπρίτσιο ή σαν φρεσκάρισμα μέσω της απλότητας. Πρόκειται αντίθετα για συνειδητή αναπροσαρμογή, για τον εμπλουτισμό της ακριβής ενδυμασίας με παραδοσιακά χρώματα, σχέδια και γραμμές, διατηρώντας όμως την κομψότητα, τη λεπτότητα και την ποιότητα της υψηλής ραπτικής. Είναι ο σεβασμός που αποδίδει η αριστοκράτισσα στην εθνική της καταβολή και η υπερηφάνεια για την απώτερη λαϊκή της καταγωγή.
Ο Καλομοίρης γεννήθηκε στη Σμύρνη από πατέρα γιατρό Σαμιακής καταγωγής (το νησί τότε ήταν μια Αυτόνομη Ηγεμονία εντός της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας) και από μητέρα Σμυρνιά. Ο Μανώλης ορφάνεψε τεσσάρων ετών από πατέρα, μένοντας μόνο με την μάνα του η οποία δεν ξαναπαντρεύτηκε. Από την εκτεταμένη οικογένεια της μητέρας του (έξι αδέρφια), η σημαντικότερη παρουσία ήταν αυτή του θείου Μηνά Χαμουδόπουλου, ο οποίος ήταν ένας αγωνιστικός δημοσιογράφος με έντονη εθνική δράση. Εξελέγη Βουλευτής στην Τουρκική Βουλή το 1870 πρωτοστατώντας στους αγώνες υπέρ των δικαιωμάτων των Ρωμιών. Ο μπαμπα-Μηνάς, όπως τον αποκαλούσε ο μικρός Μανώλης, στάθηκε ο στυλοβάτης της οικογένειας (ο ίδιος δεν παντρεύτηκε) και ήταν αυτός που στήριζε οικονομικά τις σπουδές του ανεψιού. Η Υψηλή Πύλη τον διόρισε Καγκελάριο (δηλ. Γραμματέα) της Τουρκικής Πρεσβείας στην Αθήνα το 1893, αλλά τον ανακάλεσαν στην Πόλη πριν το πόλεμο του 1897. Ο Μανώλης και η μητέρα του ακολούθησαν τον θείο Μηνά σε αυτές τις μετακινήσεις του.
Με αυτό τον τρόπο πάντως, ο Καλομοίρης πήρε την πρώτη του μουσική εκπαίδευση πρώτα στην Αθήνα και μετά στην Πόλη. Ο ίδιος θυμάται στην αυτοβιογραφία του («Η ζωή μου και η τέχνη μου» βλ. Πηγές 4) ότι από παιδί ήταν διαποτισμένος με τα ακούσματα των λαϊκών τραγουδιών, αυτά που του δίδαξε η Σμυρνιά γιαγιά του. Η καλοκάγαθη νενέ του «…ήξερε ένα σωρό δημοτικά μας τραγούδια…με νανούριζε και με ξυπνούσε πότε με τον «Λύγκο το Λεβέντη τον αρχιληστή», πότε με τα «Σαράντα παλληκάρια από τη Λιβαδειά» και καθισμένη δίπλα από το κρεβάτι μου, με αποκοίμιζε με τα παραμύθια της...». Είναι εντυπωσιακή η τεράστια διάδοση των δημοτικών τραγουδιών και των λαϊκών παραμυθιών σε όλο τον ελληνικό κόσμο, ελεύθερο και αλύτρωτο. Καταδεικνύει την αντοχή στον χρόνο και τη συνεκτική δύναμη της λαϊκής παράδοσης, η οποία διατήρησε μέσα στις διηγήσεις, στους μουσικούς σκοπούς και στα έθιμα την εθνική συνείδηση και την ελπίδα της ανάστασης του Έθνους.
Ο Καλομοίρης, ήδη από την Αθήνα, αγαπούσε να αυτοσχεδιάζει μικρές μελωδίες, που στα αφτιά του μπαμπα-Μηνά ακούγονταν με έκπληξη «σαν Ελληνικά και σαν ανατολίτικα». Στην Πόλη ευτύχισε να ακούσει σε ένα ρεσιτάλ του φημισμένου και εγκατεστημένου στο Παρίσι, Έλληνα βαρύτονου Άραμη [1], ο οποίος μετά τα λιντ και τις άριες του προγράμματος τραγούδησε και κάποια διασκευασμένα από τον ίδιο δημοτικά τραγούδια. Η εμπειρία αυτή ήταν που έκανε τον Καλομοίρη να εστιάσει στην ανάδειξη της δημοτικής μουσικής μέσα από τις κλασικές φόρμες. Στην Πόλη είχε επίσης μια εξαιρετική καθηγήτρια του πιάνου, τη Σοφία Ιωαννίδου, η οποία του εμφύσησε τον ενθουσιασμό για την έντεχνη μουσική και του ανέλυε τη σημασία της εθνικής μουσικής του Νορβηγού συνθέτη Γκριγκ και τον σύνδεσμό του με τον εθνικό δραματουργό Ίψεν. Τη σχέση αυτή ο Καλομοίρης αργότερα την ανέπλασε μεταξύ του ίδιου και του δικού του ποιητικού ινδάλματος, του Κωστή Παλαμά.
Παρά τις αντιρρήσεις της μητέρας του που τον ήθελε γιατρό, ο ίδιος αποφάσισε να ασχοληθεί επαγγελματικά με τη μουσική και έφυγε για να σπουδάσει πιάνο, αρμονία, αντίστιξη και σύνθεση στο φημισμένο Ωδείο της Βιέννης. Απέκτησε στέρεη μουσική κατάρτιση και βρισκόταν σε αναζήτηση καλλιτεχνικής και δημιουργικής κατεύθυνσης, όταν μαγεύτηκε στο άκουσμα της «Σεχραζάτ» του Ρίμσκι Κόρσακοφ, εκπροσώπου της ρωσικής εθνικής μουσικής σχολής. Η καθοριστική αυτή εμπειρία τον έκανε να συνειδητοποιήσει οριστικά ποια κατεύθυνση έπρεπε να ακολουθήσει.
Μετά την αποφοίτησή του δίδαξε πιάνο στη μουσική σχολή του Λυκείου Ομπολένσκι στο Χάρκοβο της τότε Ρωσικής Αυτοκρατορίας (1906-1910). Στη Ρωσία εντυπωσιάστηκε βαθιά, όπως γράφει ο ίδιος, από την πηγαία αγάπη του ρωσικού λαού για τη μουσική, είτε κλασική είτε παραδοσιακή. Είχε συνειδητοποιήσει πλέον την αποστολή του και διέθετε τα ηθικά, πνευματικά και καλλιτεχνικά εφόδια για να την υλοποιήσει. Με ισχυρότατη πίστη στη δημοτική ιδέα, έγινε ένθερμος οπαδός της δημοτικής γλώσσας. Σε ένα κομβικό γεγονός, κατά τον «Θεριστή του 1908», όπως έγραψε ο ίδιος στην πρόσκλησή του, ο Καλομοίρης αποφάσισε να δώσει μια συναυλία στην Αθήνα με έργα για πιάνο και με τραγούδια που είχε συνθέσει ο ίδιος με βάση τα εθνικά μουσικά υλικά.
Έγραψε μόνος του το πρόγραμμα σε προωθημένη δημοτική, πραγματικό μανιφέστο της Ελληνικής Εθνικής Μουσικής Σχολής –τηρείται η ορθογραφία:
«Ο συνθέτης που πρωτοπαρουσιάζει σήμερα μικρό μέρος της αρχής του έργου του, ονειρέφτηκε να φτιάξει μιαν αληθινή Εθνική μουσική, βασισμένη από τη μια μεριά στη μουσική των αγνών μας δημοτικών τραγουδιών, μα και στολισμένη από την άλλη με όλα τα τεχνικά μέσα που μας χάρισεν η αδιάκοπη εργασία των προοδευμένων στη μουσική λαών… αποφέβγει να δανειστή μελωδίες των δημοτικών μας τραγουδιών στην εργασία του, μόνο που τα θέματά του…και οι μελωδίες του σε μερικά από τα τραγούδια του έχουν χτιστεί πάνω στο ρυθμό, τις κλίμακες και το χαρακτήρα των δημοτικών μας τραγουδιών…».
Η αρχή αυτή είχε μεγάλη συνέχεια μετά την επιστροφή και οριστική εγκατάσταση του Καλομοίρη στην Αθήνα. Το συνθετικό του έργο περιλαμβάνει όλα τα είδη μουσικής εκτός από τη θρησκευτική. Συνέθεσε πέντε όπερες, τρεις συμφωνίες, ένα κοντσέρτο για πιάνο, κύκλους τραγουδιών για φωνή και ορχήστρα ή για φωνή και πιάνο, έργα για πιάνο, μουσική δωματίου, χορωδιακά, καθώς και έργα για παιδιά.
Δεν θα μπορούσε κανείς να δείξει καλύτερα το είδος των βιωμάτων που ενέπνευσαν τον Καλομοίρη, παρά δίνοντας μια περιγραφή του έργου «Η συμφωνία της λεβεντιάς», το οποίο γράφτηκε από το καλοκαίρι του 1918 ως το καλοκαίρι του 1920 και είναι αφιερωμένη στον Παλαμά. Ο συνθέτης υμνεί την ελληνική λεβεντιά, δηλαδή την ηθική στάση με την οποία βιώνεται η μεγάλη δύναμη και η μεγάλη τόλμη, η μεγάλη λύπη και η μεγάλη χαρά. Η λεβεντιά επιτρέπει να αφήνεσαι στην ένταση του συναισθήματος, ξέροντας ότι ως κυρίαρχος του εαυτού σου δεν θα παρεκτραπείς. Γι’ αυτό μπορείς να χαρείς ελεύθερα και θαρραλέα την δύναμη του ορμητικού ρεύματος, σίγουρος ότι δεν θα παρασυρθείς.
• το Α΄ μέρος, «Ηρωικά και Παθητικά»: τραγουδά την ορμή της νιότης, τη χαρά του πάθους και της νίκης,
• το Β΄ μέρος, «Το κοιμητήρι στη βουνοπλαγιά»: μεταδίδει τη συγκίνηση που ένιωσε ο συνθέτης περνώντας μια βραδιά κοντά σε ένα στρατιωτικό κοιμητήρι του Σκρα, στο Μακεδονικό Μέτωπο του 1918:
…Πέρα στη βουνοπλαγιά βαθειά κοιμούνται τα παλληκάρια.
Τα νύχτια πουλιά πικρά τα μοιρολογάνε.
Καντήλια του τ’ αστέρια και νανούρισμά τους το δροσερό αεράκι,
Όμως επάνω τους η Δόξα αιώνιο στεφάνι πλέκει...
• το Γ΄ μέρος, «Σκέρτσο-γλέντι»: εικόνα της γιορτής των παλληκαριών, παρά τη μοίρα που τα σημαδεύει (τούτ’ η γης που την πατούμε, όλοι μέσα θε να μπούμε),
• το Δ΄ μέρος, τα «Νικητήρια»: όπου το θέμα του ύμνου «Τη Υπερμάχω Στρατηγώ τα Νικητήρια» πλέκεται συμφωνικά με το ηρωικό θέμα του πρώτου μέρους, σε μια θριαμβική αναλογία με το έργο του Τσαϊκόφσκι «1812» (το οποίο αναφέρεται στην νίκη της Ρωσίας κατά του Ναπολέοντα).
Ο Καλομοίρης εργάστηκε ακούραστα και με συνέπεια για τις αρχές της Εθνικής Μουσικής όπως τις διακήρυξε στην ιστορική συναυλία του 1908. Δίδαξε στο Ωδείο Αθηνών μεταξύ 1911 και 1919, ενώ ίδρυσε μαζί με άλλους το Ελληνικό Ωδείο το 1919, το οποίο διηύθυνε ως το 1926. Τότε ίδρυσε το Εθνικό Ωδείο, του οποίου ήταν Διευθυντής μέχρι το 1948 και στο οποίο παρέμεινε ως τον θάνατό του Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου. Διετέλεσε επίσης Πρόεδρος της Ένωσης Ελλήνων Μουσουργών, Γενικός Διευθυντής της Λυρικής Σκηνής και Μέλος της Ακαδημίας Αθηνών. Για τη μεγάλη του συμβολή σε όλο το φάσμα της πνευματικής ζωής του τόπου, κηδεύτηκε με δημόσια δαπάνη και με ιδιαίτερες τιμές από τη Πολιτεία.
ΥΓ.: Πέρα από τον θεωρητικό και ηγέτη της, θα αναφέρουμε –ονομαστικά μόνο– και τους άλλους κύριους συνθέτες της ελληνικής Εθνικής Μουσικής Σχολής: Γ. Λαμπελέτ (1875-1945), Δ. Λαυράγκας (1860-1941), Μ. Βάρβογλης (1885-1967), Α. Ριάδης (1886-1935), Δ. Λεβίδης (1886-1951), Γ. Σκλάβος (1888-1976). Αντίθετα, τα έργα των Δ. Μητρόπουλου (1896-1960) και Ν. Σκαλκώτα (1904-1949) είναι επηρεασμένα από τις νεότερες μουσικές τάσεις του 20ου αιώνα και δεν ανήκουν στην Εθνική Σχολή.
Σημιεώσεις:
[1] Άραμις: Πραγματικό ονοματεπώνυμο Περικλής Αραβαντινός (Ιωάννινα – Παρίσι Φεβρουάριος 1932). Ήταν Έλληνας βαρύτονος, γνωστός για τον γραφικό, αλλά και ρομαντικό του χαρακτήρα. Υπήρξε από τους πρώτους μουσικούς που ασχολήθηκαν με τη συλλογή ελληνικών δημοτικών τραγουδιών, έστω και εμπειρικά.
Mπορεί να βρει κανείς πολλά βιογραφικά στοιχεία για τον Καλομοίρη, αλλά όσοι θέλουν μια πρώτη εικόνα, ας δουν εδώ:
Μανώλης Καλομοίρης - Βικιπαίδεια (wikipedia.org)
Τα επιτεύγματα της ελευθερίας, Προσωπικότητες, Καλομοίρης Εμ., Μουσική