
"οὖλος Ὄνειρος", σημασία και ετυμολογία
Η φράση εμφανίζεται στην Ιλιάδα:
"ἥδε δέ οἱ κατὰ θυμὸν ἀρίστη φαίνετο βουλή,
πέμψαι ἐπ᾽ Ἀτρεΐδῃ Ἀγαμέμνονι οὖλον Ὄνειρον· B', 5-6"
σε μετάφραση Ι. Πολυλά:
"και τούτ᾽ η συμφερότερη βουλή στον νουν του εφάνη
να στείλει πλάνον Όνειρον ευθύς εις τον Ατρείδην,"
Για το χωρίο όπου εμφανίζεται η φράση και τη σημασία της στην οικονομία της δράσης, βλέπε την έτερη δημοσίευση "οὐκ ἀγαθὸν πολυκοιρανίη· εἷς κοίρανος ἔστω, εἷς βασιλεύς" (filomatheia.info).
Ας πάρουμε πρώτα τη λέξη οὖλος η οποία κατά το λεξικό Lidell-Scott (βλ. οὖλος - Ancient Greek (LSJ)) έχει δύο κύριες αρχαίες σημασίες:
- πυκνός, συμπαγής, στέρεος, περιεστραμμένος κλπ. και λέγεται για το μαλλί (εννοώντας σγουρός, πυκνότριχος), για ξύλα, για φυτά, για το λόγο (μεταφορικά) κλπ.
- ολέθριος, απατηλός, φθοροποιός κλπ.
Είναι με τη δεύτερη σημασία που απαντά εδώ, χαρακτηρίζοντας τον Ὄνειρον, με τον οποίο θα ασχοληθούμε στη συνέχεια.
Σύμφωνα με τη Wikipedia Όνειρος - Βικιπαίδεια (wikipedia.org), ο Όνειρος είναι αγγελιαφόρος του Δία που επισκέπτεται, ως μορφή όχι ως εμπειρία, τους ανθρώπους κατά τον ύπνο τους για να τους συμβουλεύσει ή να προλέξει τα μέλλοντα.
Συνώνυμο του ονείρου είναι το "ενύπνιον".
Από την έρευνα για την πρόσληψη των ονείρων στην Αρχαία Ελλάδα, επιλέγω μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα δημοσίευση του Θανάση Καράβατου στον κατωτέρω σύνδεσμο:
"Τα όνειρα στην ελληνική αρχαιότητα και ένα σχόλιο από τη σύγχρονη μεταψυχολογία"
Παραθέτω και δύο τμήματα που βρίσκω ιδαίτερα ενδιαφέροντα και αφορούν την πρωιμότερη σύλληψη του ονείρου, όπως αυτή περιέχεται στην ομηρική ποίηση, μαζί με τα θαυμαστικά σχόλιά μου (η αρίθμηση των σημειώσεων είναι αυτή του αρχικού κειμένου):
1. Εκκινώντας από το δίπολο εγρήγορση – ύπνος, όπως το διαχωρίζει ο Freud, το κείμενο γράφει:
"Ανάλογο δίπολο υπάρχει και στους αρχαίους μας: ύπαρ και όναρ. Διαβάζουμε στην Οδύσσεια: ουκ όναρ, αλλ’ ύπαρ εσθλόν. [1] Ύπαρ είναι η πραγματικότητα που αντιλαμβάνεται κανείς σε κατάσταση εγρήγορσης (εξ ου και οι λέξεις υπάρχω, ύπαρξη, υπαρκτός). όναρ είναι το όνειρο, ο όνειρος, το ενύπνιοˑ εσθλός είναι ο αγαθός, ο καλός, ο άξιος". Είναι πανέμορφη η ποιητική αντιπαράθεση όναρ-ύπαρ!
2. "Στα Ομηρικά Έπη υπάρχει η «χώρα των ονείρων»: «[ο Ερμής μαζί με τις ψυχές των Μνηστήρων] πέρασαν τη Λευκόπετρα και του Ωκεανού το ρέμα / περνούν του Ήλιου την μπασιά, τη χώρα των ονείρων (δήμον ονείρων), κι ευτύς σε λίγο φτάσανε στ’ ασφόδελο λιβάδι, / που μένουν όλες οι ψυχές, των πεθαμένων ήσκιοι». [9] Ακόμα, το όνειρο θεωρείται ως πραγματικό, αντικειμενικό και χωρικό φαινόμενο, ανεξάρτητο από αυτόν που ονειρεύεται. Το όνειρο επισκέπτεται αυτόν που ονειρεύεται. Πρόκειται για ένα θεό ή έναν απεσταλμένο του που παίρνει την εικόνα αγαπητού φίλου ή συγγενούς, μπορεί, ακόμα, να είναι ένας αγγελιοφόρος ή μια εικόνα (ο Δίας έστειλε στον Αγαμέμνονα «ούλον [βλαβερό] όνειρο», κι αυτό «στάθηκε πάνω από το κεφάλι του μοιάζοντας το Νέστορα, το γιο του Νηλέα που ο Αγαμέμνονας τον τιμούσε πιο πολύ απ’ όλους τους γέροντες» για να τον παρασύρει σε άκαιρη επίθεση). [10] Στα κείμενα αυτά, η λέξη όνειρος σημαίνει σχεδόν πάντοτε ονειρική μορφή. Η ανάλογη εμπειρία ορίζεται με την έκφραση εν ονείρω, που σπάνια, όμως, χρησιμοποιείται. Αυτός που ονειρεύεται, παραμένει εντελώς παθητικός, γνωρίζει πως κοιμάται και βλέπει όνειρο, το βλέπει η ψυχή του ή μια από τις ψυχές του, που βρίσκεται εκτός του σώματος." Στην αρχαιότερη προσπάθεια σύλληψης του ονειρικού φαινομένου, οι πρόγονοί μας του προσδίδουν ανθρώπινη, αγγελική μορφή (Όνειρος). Τι χαριτωμένη, παιδική ψυχή είχαν οι πρώτοι Έλληνες!
Τα υπόλοιπα όσα αναφέρονται στο κείμενο είναι τόσο καλογραμμένα και ευσύνοπτα, τόσο εύστοχα περιγεγραμμένα και αναλυμένα ώστε είναι καλύτερα να τα απολαύσει κανείς απευθείας από το πρωτότυπο.
Σημειώσεις (επί του κειμένου του Θ. Καράβάτου):
[1] Ομήρου Οδύσσεια, Τ 547, Μτφ Ζ. Σιδέρης, Ι. Ζαχαρόπουλος.
[9] Ομήρου Οδύσσεια, Ω, 11-14, ό. π.
[10] Ομήρου Ιλιάς Β, 1-35. Μτφ Ο. Κομνηνού-Κακριδή, Ι. Ζαχαρόπουλος.
Ετυμολογία, Αρχαία ελληνική λογοτεχνία, Ιλιάδα, Όμηρος, Λέξεις-Φράσεις, Όνειρο