Skip to main content

Α-πορούμε ώστε να πορευόμαστε.

Καραγκιόζης

Καραγκιόζης

Αναδημοσίευση απο το βιβλίο "Τα Επιτεύγματα της Ελευθερίας", Β.3.1. σελ. 98.

Μπροστά σε ένα άσπρο φωτισμένο πανί στην πλατεία του χωριού, μικροί και μεγάλοι περιμένουν με λαχτάρα να φανεί η φιγούρα του Καραγκιόζη, του άσχημου, ρακένδυτου, ξυπόλητου καμπούρη με τη χοντρή μύτη και το μακρύ χέρι, που όλο και ξύνει το κεφάλι του για να βρει τρόπο να βγάλει και σήμερα ένα πιάτο φασόλια για την οικογένεια. Περιμένουν να δουν και τον Μπαρμπαγιώργο να καταχερίζει τον Βεληγκέκα, αλλά και τον σιορ Νιόνιο να τραγουδάει τις ζακυνθινές του καντάδες. Πρόκειται για έναν ανατολίτη, τον Μαυρομάτη Καρά-γκιοζ (Karagöz στα τούρκικα) που εμείς τον κάναμε Έλληνα, μαζί και τη συντροφιά του.

Το θέατρο σκιών έχει αρχική καταγωγή από την Ανατολή. Από την Ινδία πέρασε στην Περσία και από εκεί στις επαρχίες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Ο θρύλος λέει ότι ο Καραγκιόζης και ο φίλος του ο Χατζηαβάτης ήταν υπαρκτά πρόσωπα και ότι συμμετείχαν στην κατασκευή ενός τζαμιού για τον Σουλτάνο Ορχάν στην Προύσα του 14ου αιώνα. Ήταν, λέει, τόσο χωρατατζήδες που από τα αστεία τους όλη μέρα το εργοτάξιο δεν κρατούσε τα γέλια του. Όταν ο Σουλτάνος έμαθε γιατί καθυστερούσαν οι εργασίες, τους θανάτωσε και τους δύο. Αργότερα όμως μετάνιωσε και τότε κάποιος Σεΐχ Κιουστερί δημιούργησε τις φιγούρες τους και μαζί επινόησε το θέατρο σκιών, ώστε να παρηγορεί τον μετανοημένο Σουλτάνο. Σήμερα στην Προύσα υπάρχει ένα μνημείο του Καραγκιόζη και του Χατζηαβάτη. Μάλιστα οι Τούρκοι πέτυχαν να ανακηρύξει η UNESCO τον Καραγκιόζη το 2010 ως άυλο στοιχείο παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς με τουρκική καταγωγή. Αυτό αιφνιδίασε την επίσημη Ελλάδα που τον νόμιζε πια για δικό της και έτσι υπήρξαν διαμαρτυρίες από το Υπουργείο Πολιτισμού, διεκδικώντας τουλάχιστον ίσο μερίδιο σ’ αυτή την πολιτιστική κληρονομιά. Κάτι οικείο και σε μας λοιπόν έκανε τον υιοθετημένο ανατολίτη Μαυρομάτη σύμβολο της λαϊκής μας τέχνης.

Η αρχική μορφή του θεάτρου σκιών του Τούρκου Καραγκιόζη, όπως διαδόθηκε στη Βαλκανική από τον 17ο αιώνα και μετά, ήταν μια παράσταση χονδροειδούς αισχρολογίας. Οι καραγκιοζοπαίχτες ήταν αρχικά Τούρκοι και αργότερα Αθίγγανοι και Εβραίοι, ενώ οι διάλογοι γίνονταν στα τουρκικά, όπως καταγράφει ο Άγγλος περιηγητής Hobhouse, ο οποίος είδε μια παράσταση στα Γιάννενα το 1809. Από τότε και μετά όμως εμφανίζονται Έλληνες καραγκιοζοπαίχτες -κυρίως Ηπειρώτες- οι οποίοι έδωσαν ελληνικό χαρακτήρα στη θεματολογία του Καραγκιόζη. Φαίνεται ότι το ύφος και η όψη της παράστασης παρέμεναν ακόμη ανατολίτικα, γιατί υπάρχει δημοσίευμα της εφημερίδας «Αθηνά» το 1852 που ζητά την απαγόρευση των «αισχρών και άσεμνων πράξεων… στα βωμολοχικά ταύτα των Ασιατών θέατρα». Μπορεί η φραγκοφορεμένη νέα αστική τάξη να αντιδρούσε, αλλά το δημοσίευμα δείχνει επίσης ότι ο Καραγκιόζης ήταν ήδη μια δημοφιλής ψυχαγωγία των λαϊκών στρωμάτων.

Η οριστική αφομοίωση του Καραγκιόζη στην ελληνική λαϊκή τέχνη, με την πλήρως ελληνική πατριωτική θεματολογία, φαίνεται να συντελέστηκε μετά το 1890 στην Πάτρα από τον Δημήτρη Σαραντούνη, τον Μίμαρο όπως τον αποκαλούσαν. Αυτός στάθηκε πραγματικός αναμορφωτής της παράστασης, καθώς εξελλήνισε τη θεματολογία και εφηύρε νέα πρόσωπα, όπως τον Νιόνιο και τον Κολλητήρη, τον Μπαρμπαγιώργο (αυτή την πιο αγαπητή και πατριωτική φιγούρα του δράματος, μάλλον την έπλασε ο μαθητής του Μίμαρου, ο Γιάννης Ρούλιας). Ο Μίμαρος μεγάλωσε τη σκηνή, θεσμοθέτησε την καλύβα (πάντα στα αριστερά) και το σαράι (πάντα στα δεξιά), χρησιμοποίησε πρώτος χαρτόνι κ.α. Ήταν -κατ’ αναλογία- ο Αισχύλος του θεάτρου σκιών.

Από τότε και μέχρι το 1950 ο Καραγκιόζης έζησε την ακμή του. Οι καραγκιοζοπαίχτες μάθαιναν προφορικά την υπόθεση και γέμιζαν τις πλατείες του χωριού και της πόλης. Ήταν όλοι επιδέξιοι τεχνίτες, καθώς απαιτούνταν να έχουν ικανότητα του χειρισμού των χαρτονένιων μορφών (τις έφτιαχναν οι ίδιοι) και ταυτόχρονα να είναι εγγαστρίμυθοι, αποδίδοντας με ανάλογο ύφος την προσωπικότητα του κάθε ήρωα.

Ο Έλληνας Καραγκιόζης παρίστανε έναν φτωχό και καταφρονημένο υπήκοο μιας ξένης, αυταρχικής και άδικης εξουσίας, έτοιμης να τον καταχερίσει με κάθε αφορμή. Ανήμπορος στο σώμα και άτολμος στην ψυχή ώστε να αντιδράσει με υπερηφάνεια και δύναμη παλληκαριού, κατάφερνε εντούτοις να επιβιώσει με την πονηριά και μόνο, φυλάσσοντας στα εσώτερα της ψυχής την καταπιεσμένη του αξιοπρέπεια. Ο ευτελισμός ήταν μόνο εξωτερικός, ενώ το ζητούμενο ήταν η εξοικονόμηση της ζωής με τη σωτήρια ευρηματική ευφυΐα του αδυνάτου αντί για τη θαρραλέα αντίσταση και την περήφανη αναμέτρηση με την εξουσία. Κοιτάζοντας το σαράι, ο Καραγκιόζης αναμετρούσε τη δύναμή του και την έβρισκε λίγη. Προσπαθούσε έτσι να καρπωθεί μόνο το όφελος της στιγμής, να καταφέρει να τα βγάλει πέρα -για σήμερα μόνο- αποφεύγοντας την εξοντωτική τιμωρία που τον απειλούσε αν αντιστεκόταν ή αν ανακαλύπτονταν οι πονηριές του.

Από τη μια ο Πασάς στο Σεράι, η εικόνα λιονταριού που απολαμβάνει ράθυμα τη λεία του και από την άλλη ο Καραγκιόζης, το επινοητικό τσακάλι που παραμονεύει πιο πέρα για να αρπάξει κάποιο αποφάγι και να τρέξει γρήγορα μακριά, πριν το πάρει είδηση και το συντρίψει η οργή του βασιλιά. Ο Καραγκιόζης είναι και αυτός ένας αντιήρωας αθλητής της επιβίωσης που μηχανεύεται τα πάντα για ένα πιάτο φαΐ στα κλεφτά. Προσπαθεί να απομακρυνθεί έγκαιρα, πριν έρθει η τιμωρία. Δεν αλλάζει όμως τακτική: αντί για τη φρονιμάδα του εργατικού ανθρώπου που βρίσκεται μέχρις εκεί όπου τον φτάνουν οι δυνάμεις του, αυτουνού του αρέσει η ζωή στο όριο. Παίρνει εργολαβίες από το Σεράι, ξέροντας ότι η ανοργανωσιά και η αδεξιότητά του δεν φτάνουν για τη δουλειά. Χλευάζει τους πειθαρχημένους, τους εργατικούς και όσους είναι υποταγμένοι στον ρυθμό της εξουσίας. Ξέρει αυτός ο κυνικός ότι όποιος εργάζεται θρέφει με τον κόπο του πρώτα απ’ όλους τον αφέντη Ο Μαυρομάτης είναι όμως σαρκαστής της υποταγής, ελεύθερο πνεύμα, απαλλαγμένος από το άγχος της πρόβλεψης. Επωφελείται από το παρόν και…«αύριο πάλι μέρα είναι».

Ο Καραγκιόζης αγαπήθηκε από τον λαό γιατί μπορεί να του λείπει το θάρρος, όχι όμως και η αίσθηση αξιοπρέπειας. Γνωρίζει την ευγενική του καταγωγή και είναι περήφανος γι’ αυτή. Για την αδυναμία του όμως φταίει η δουλεία, η άδικη εξουσία. Έτσι και αυτός την εκδικείται με πονηριά. Αξιοποιεί το παρόν και τα μέσα γύρω του με τον πιο αποδοτικό τρόπο, πετυχαίνοντας κάθε φορά άλλη μια μικρή καθημερινή νίκη επιβίωσης κάτω από τη μύτη της εξουσίας. Δεν είναι παθητικός αλλά ενεργητικός. Είναι επίσης μόνιμα απαλλαγμένος από την πρόβλεψη και τον απολογισμό, γι’ αυτό και είναι μόνιμα εύθυμος.

Αντίθετα, ο Χατζηαβάτης περιφρονείται από το ακροατήριο, γιατί αυτός είναι έτοιμος να υποταχθεί στον Πασά. Είναι η ενσάρκωση του δουλόφρονου συμβιβασμού με την εξουσία, ξένη ή ντόπια. Η αντίστιξη της δουλοπρέπειάς του με την εσωτερική ηθική αντίσταση του Καραγκιόζη προβάλλει έτσι το εθνικό και ατομικό ιδανικό του τελευταίου.

Ο Μπαρμπαγιώργος από τη μεριά του είναι ο Ρουμελιώτης θείος που έρχεται από το χωριό για δουλειές στην πόλη. Είναι η προσωποποίηση της λεβεντιάς και η πιο αγαπητή μορφή από όλες: ακέραιος, τίμιος και μαζί χεροδύναμος βουνίσιος, ενσαρκώνει τις πρωτόγονες αρετές της Φυλής. Κατανικάει τον Βεληγκέκα και ξεμπλέκει με την παλληκαριά από εκεί που τον έμπλεξε «ου λουμποδύτς»[1], ο ανιψιός του.

Στην ύστερη εποχή του ο Καραγκιόζης εμπλουτίστηκε με ιστορική και ηρωική θεματολογία (πάλι ο Μίμαρος θεωρείται ο μεταρρυθμιστής). Ο Μεγαλέξαντρος κάθε φορά αποθεώνεται από την πιτσιρικαρία την ώρα που λογχίζει και κατανικά «τον κατηραμένον όφιν», ενώ ο Κατσαντώνης, ο Διάκος, ο Μπότσαρης παρελαύνουν περήφανοι και ατρόμητοι στον δρόμο της θυσίας για το Γένος.

Μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο τα νεοφανή πολιτικά και ιδεολογικά ρεύματα, τόσο από την αστική όσο και από την αριστερή διανόηση, επιδίωξαν την ανόρθωση της κοινωνικής, οικονομικής, μορφωτικής στάθμης του λαού με την απομάκρυνση από την ανατολίτικη κληρονομιά, η οποία κρίθηκε οπισθοδρομική· με τον ίδιο τρόπο που ο «φραπές» αντικατέστησε το μερακλίδικο αρωματικό καφεδάκι· έτσι όπως και τα ξένα τσιγάρα πήραν τη θέση των ελληνικών, που φτιάχνονταν με τα περίφημα αρωματικά καπνά «ανατολικού τύπου».

Η καμπούρα του Καραγκιόζη άρχισε αργά αλλά σταθερά να χάνει την ταύτισή της με το λαϊκό υποσυνείδητο. Η νεοπαγής μικροαστική τάξη, αυτοί δηλαδή που πριν γέμιζαν την πλατεία του χωριού όταν ερχόταν ο Καραγκιόζης και που τώρα γέμιζαν τις νεόκτιστες συνοικίες της πόλης, άρχισε να αποφεύγει την ταύτιση με την καχεκτική φιγούρα του και τις μίζερες συνήθειές του. Έφτασαν να καταγγέλλουν το ηθικό πρότυπό του τι καραγκιοζιλίκια είναι αυτά;»). Τα πιο μορφωμένα στρώματα, θεωρώντας αυτές τις συνήθειες απομεινάρια ραγιαδισμού -προσβλέποντας αυτοί στην πρόσδεση με την δυτική κουλτούρα- δήλωναν αποστροφή ακόμα και στην ιδέα της ένταξης του Καραγκιόζη στην ελληνική πολιτιστική κληρονομιά.

Πέρα από την αλλαγή του κοινωνικού και πολιτιστικού παραδείγματος, το θέατρο σκιών και ως ψυχαγωγικό θέαμα δεν άντεξε τον ανταγωνισμό, πρώτα από τον κινηματογράφο και μετά από την τηλεόραση.

Καταλαβαίνουμε όμως γιατί ο Καραγκιόζης αγαπήθηκε τόσο πολύ την εποχή της δόξας του, τότε που στην ελεύθερη αλλά ακόμη φτωχή Ελλάδα οι μνήμες από την καταπίεση της οθωμανικής εξουσίας ήταν ακόμη έντονες. Άλλωστε, η νέα εξουσία -ελληνική αυτή τη φορά- δεν είχε καταφέρει να κερδίσει την εμπιστοσύνη των λαϊκών στρωμάτων[2] διαιωνίζοντας την εικόνα αντίθεσης μεταξύ του άδικα εξουσιαζόμενου αδυνάτου και του ανάλγητου πανίσχυρου γραφειοκράτη-εξουσιαστή.

Ο Καραγκιόζης είναι σήμερα σε όλους συμπαθής γιατί στάθηκε σύμβολο της αντίστασης του ανίσχυρου, προσωποποίηση της πρακτικής εξυπνάδας και της τέχνης της επιβίωσης. Σήμερα είναι πλατιά αποδεκτός ως μέρος της εθνικής πολιτιστικής κληρονομιάς μας και ως παράδειγμα της αφομοιωτικής δύναμης του Ελληνισμού. Είναι η προβολή, πάνω σε ανατολίτικο καμβά, της δύσκολης ζωής των Ελλήνων κάτω από την όποια άδικη εξουσία.

Όπως γράφει ο Γιώργος Ιωάννου για τον Καραγκιόζη: «Το σπουδαιότερο μήνυμά του μπροστά στην απελπισία της νεοελληνικής ζωής, είναι ο αντιστασιακός αμοραλισμός του και το αιώνιο κέφι του».

 

[1] Η λέξη επιβιώνει απαράλαχτη στην ελληνική γλώσσα πάνω από 25 αιώνες, δείγμα γλωσσικής και εθνικής συνέχειας.

[2] Ίδιες ρίζες είχε και το φαινόμενο της ηρωοποίησης της ληστείας από τους πληθυσμούς της επαρχίας.

 

Τέχνη, Τα επιτεύγματα της ελευθερίας, Καραγκιόζης